Έχοντας ξεφύγει κατά πολύ, από τη ροή του προγραμματισμένου προϋπολογισμού μας, αρνηθήκαμε σθεναρά να «τραβήξουμε» και άλλα λεφτά, λόγω της «τσουχτερής» προμήθειας, αφού εξάλλου σε λίγες ώρες θα βρισκόμασταν μακριά από το βασίλειο της Ταϊλάνδης. Γνωρίζαμε, χωρίς ωστόσο να ήμασταν σίγουροι, ότι η τιμή για το ταξί(ένα από τα λίγα φτηνά πράγματα στη Ταϊλάνδη), ήταν περίπου 350 bhat, αλλά, όταν είσαι τουρίστας, ανεξαρτήτου εθνικότητας, πρέπει να «πολεμήσεις» για αυτή, πολλές φορές χωρίς θετικό αποτέλεσμα.
Παρόλα αυτά, ξεπερνώντας για άλλη μια φορά τους εαυτούς μας, αποφασίσαμε να χαλάσουμε 50 bhat για ζεστούς καφέδες, αδιαφορώντας για το τι μέλλει γενέσθαι και «φουσκωμένοι» με την άνεση χιλίων καρδιναλίων, ότι η τύχη ήταν με το μέρος μας. Ε λοιπόν, πολύ καλά κάναμε! Τελικά, μετά από αμείλικτο παζάρι και πολύπλοκες διαπραγματεύσεις διάρκειας 5-6 λεπτών, πετύχαμε την τιμή των 300 bhat και ξεκινήσαμε για το αεροδρόμιο, συνοδευόμενοι από κυκλοφοριακή συμφόρηση, που θα έκανε την χελώνα να φαντάζει ποδηλάτης, αν πορευόταν παράλληλα με μας. Ο οδηγός, διπλά απογοητευμένος, τόσο από την κίνηση, όσο και από την, χαμηλού κέρδους για αυτόν «κούρσα» , προσπαθούσε με λόγια να μας πείσει, να του δώσουμε παραπάνω χρήματα. Προσφέρθηκε εξάλλου να ανοίξει το ταξίμετρο, ενώ ήδη είχαμε ξεκινήσει και πραγματοποιήσει πορεία 5-10 λεπτών. Υποθέτουμε, ότι η τιμή, που πετύχαμε με τα πολλά παζάρια, ήταν αρκετά συμφέρουσα για εμάς – ειδικά με τόση κίνηση-, αλλά όχι για τον ίδιο τον ταρίφα.
Η μία ώρα νωρίτερα, που φτάσαμε στον σταθμό των λεωφορείων, αποδείχτηκε σωτήρια, μιας και η συνολική καθυστέρηση με το ταξί ξεπέρασε τη μιάμιση ώρα! Τρέχοντας λιγάκι, κάναμε check in, επιβιβαστήκαμε στο αεροπλάνο, αφού πληρώσαμε πρόστιμο, λόγω λήξης της βίζας μας (2000 bhat μαζί, για 2 μέρες καθυστέρηση)!! Αναγκαστήκαμε τελικά, κάνοντας τις προηγούμενες ενέργειές μας να φαίνονται άχρηστες, να «σηκώσουμε» λεφτά και απογειωθήκαμε, αφήνοντας μακριά την χώρα, που μας φιλοξένησε για δύο περίπου μήνες. Κατά της διάρκεια της πτήσης η πείνα «χτύπησε δυνατά την πόρτα μας», αλλά τα 50 bhat δεν αρκούσαν για την παραμικρή αγορά, εντός αεροπλάνου.(Τόσο έξυπνοι ήμασταν, ώστε «τραβήξαμε» το ακριβές αντίτιμο του προστίμου. Είπαμε, πάνω στον πανικό, πολλές μα…..κίες μπορεί να κάνει κανείς). Τελικά όμως μία συμπαθέστατη Ισπανίδα, που γνωρίσαμε, προσφέρθηκε να βοηθήσει, ενισχύοντας μας οικονομικά, οπότε καταβροχθίσαμε μια noodle soup.
Ώρα Ινδίας, έντεκα και μισή το πρωί. Το αεροδρόμιο της Κολκάτα(για όσους δεν γωρίζουν, πρόκειται για τη νέα ονομασία της Καλκούτας, τουλάχιστον για τους Ινδούς), δεν φάνταζε το ίδιο τρομακτικό, αχανές και αφιλόξενο με αυτό στο Ν.Δελχί, χωρίς ωστόσο να διαφέρει στο παραμικρό από το πρώτο. Οι δύο πρώτοι μήνες μας στην βόρεια Ινδία πέρασαν σαν στιγμή μπροστά από τα μάτια μας, αφήνοντας πίσω τους μια ευχάριστη αίσθηση, ένα χαμόγελο και, πάνω από όλα, ηθικό ακμαιότατο. Όχι, δεν ήμασταν πια πρωτάρηδες, είχαμε υπόψη μας, ότι πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για αυτό, που δεν γίνεται πρακτικά να προετοιμαστείς!! Χαιρετίσαμε την Ισπανίδα, πήραμε ταξί και ξεχυθήκαμε(Indian driving!) με το «τραγούδισμα» της κόρνας, να μας συνοδεύει και εμάς, με τα μάτια ορθάνοιχτα από θαυμασμό, να χαζεύουμε το άγνωστο γύρω μας.
Ένα από τα πολλά παράδοξα της Ινδίας και συγκεκριμένα της Κολκάτας αποτελεί και η αλλαγή κατεύθυνσης της οδικής κυκλοφορίας στο 90% των δρόμων της, η οποία λαμβάνει χώρα καθημερινά, περίπου στη μία το μεσημέρι. Προφανώς αυτή η αλλαγή θα πρέπει να μας βρήκε εν κινήσει, κάνοντάς μας, να βιώσουμε μία, άνευ προηγουμένου, ακόμα και για την Ινδία, κυκλοφοριακή συμφόρηση(..χάος..).
Η ώρα κόντευε δύο το μεσημέρι(περίπου τρεις ώρες μετά από την προσγείωσή μας), όταν κουρασμένοι και ιδρωμένοι, από την κίνηση και τη ζέστη αντίστοιχα, φτάσαμε στον Sudder street ,τον δρόμο, που συνιστά το lonely planet, για φτηνά και όσο γίνεται καθαρά δωμάτια. Οι πληροφορίες, που είχαμε και τελικά είναι πραγματικότητα, ήθελαν την Καλκούτα να είναι η ακριβότερη πόλη της Ινδίας μαζί με την Βομβάη, όσο αφορά την διαμονή, για αυτό και αποφασίσαμε να είμαστε αμείλικτοι και σχολαστικοί στις διαπραγματεύσεις μας. Δυστυχώς όμως, οι ώρες πέρασαν γρήγορα, χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα(το καλύτερο, καθαρότερο και φτηνό δωμάτιο ήταν το πρώτο που μας έδειξαν, και εμείς οι άμυαλοι αρνηθήκαμε, πιστεύοντας, ότι θα υπάρξουν καλύτερες ευκαιρίες) και εμάς να υποκύπτουμε σιγά, σιγά, στην κούραση. Λίγο πριν παραιτηθούμε οριστικά και πάμε να μείνουμε σε κάποιο πανάκριβο guest house, η τύχη αποφάσισε επιτέλους να μας χαμογελάσει. Γνωρίσαμε έναν local Ινδό, ο οποίος, αφού προσπάθησε μάταια, να μας πείσει να τον ακολουθήσουμε σε κάποια ακριβά, αλλά καθαρά και ανθρώπινα δωμάτια, μας έδειξε το δρόμο για ένα πολύ καλό, φτηνό, τοπικό, μουσουλμανικό εστιατόριο, όπου περάσαμε την επόμενη ώρα μας, ανακτώντας δυνάμεις, συζητώντας για τις διαφορετικές κουλτούρες μας,(ινδική-ελληνικήή) και τρώγοντας τρομακτικές ποσότητες φαγητού και κυρίως ρυζιού(οι ατομικές μερίδες ρυζιού γενικά στην Ινδία είναι υπερβολικά μεγάλες)!
Η ώρα κόντευε επτά το απόγευμα, όταν τελικά βρήκαμε δωμάτιο(μέτριο, αλλά όχι εντελώς κακό) στο κέντρο της περιοχής και με ωραίο rooftop για 300 ρουπίες(5 ευρώ). Ο ιδιοκτήτης(δεν είναι σίγουρο αυτό) ωστόσο υπήρξε κωμικά τραγικός και…(ας μας επιτραπεί η έκφραση).. γλοιώδης, με το να μας λέει φανταστικές και άθλιες ιστορίες για προσπάθειες αποπλάνησής του από τουρίστριες, που δεν είχαν λεφτά να πληρώσουν για την διαμονή τους εκεί,( φανταστείτε τον λιγάκι… μιλάμε για έναν κοντό, άσχημο, αδύνατο, καραφλό Ινδό με γυαλιά, ντυμένο με λαμέ πουκάμισο, πενήντα χρονών περίπου, μπορεί και παραπάνω και σωματοδομή καμπούρη καλικάντζαρου) και για το πόσο τυχεροί ήμασταν, που καταφέραμε να βρούμε δωμάτιο, μιας και κάποιοι( κάποιοι βγαλμένοι από τη σφαίρα της φαντασίας μάλλον) είχαν πληρώσει ήδη προκαταβολή για το ελεύθερο, εναπομείναν δωμάτιο, αλλά τελικά δεν ήρθαν. Περίπου δέκα λεπτά αφού κλείσαμε το δωμάτιο, ήρθε ένας αρκετά συμπαθής Ρώσος, στον οποίο επανέλαβε ακριβώς, μα ακριβώς όμως, την ίδια ιστορία, με σκοπό να τον πείσει, να μείνει στο τελευταίο ελεύθερο δωμάτιο, που διέθετε!! Το θράσος του δε, ξεπέρασε κάθε όριο, γιατί ο όλος διάλογος διεξήλθε μπροστά στα έκπληκτα και απορημένα μάτια μας (καθόμασταν κυριολεκτικά μισό μέτρο δίπλα τους)!
Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει εντελώς, όταν αποφασίσαμε να βγούμε για περπάτημα στους φωτισμένους και γεμάτους από κόσμο δρόμους, της μεγάλης αυτής πόλης, της Ινδίας. Η Καλκούτα μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε για άλλη μια φορά, ότι οι μεγάλες πόλεις στην Ινδία δεν είναι, σε καμία περίπτωση, ο καλύτερος δυνατός προορισμός για πολυήμερη διαμονή. Έξω στους δρόμους, το πλήθος κόσμου φάνταζε σαν μυρμήγκια τριγύρω από την φωλιά τους. Παντός είδους μικροπωλητές, μικροαπατεώνες, ζητιάνοι και παιδιά έμπαιναν στο δρόμο μας, για να μας μιλήσουν, ζητώντας βοήθεια ή προσφέροντας κάποια υπηρεσία. Η φτώχεια διάχυτη παντού, με αρκετούς ανθρώπους σε κατάσταση εξαθλίωσης. Η Κολκάτα είναι και η τελευταία εναπομείνασα πόλη της Ινδίας, όπου δυστυχώς ακόμα συναντάς τα λεγόμενα «human rickshaw»! Σε αντίθεση με τα pedal-rickshaw, που χρησιμοποιούν ποδήλατο για να μεταφέρουν κόσμο, στα human rickshaw χρησιμοποιούν τον εαυτό τους, σέρνοντας κάρα φορτωμένα με ανθρώπους, σαν να είναι άλογα! Μάθαμε επίσης, ότι τον καιρό των μουσώνων αποτελούν το κύριο μεταφορικό μέσο, για εντός πόλης διαδρομές και αυτό, γιατί διαθέτουν πολύ ψηλές ρόδες, που δεν «κωλώνουν» στα ποτάμια λάσπης, σκατών και νερού που πλημμυρίζουν κυριολεκτικά τους δρόμους (τώρα βέβαια σε όλο αυτό, σκεφτείτε τον καημένο οδηγό, που περπατάει με τα γυμνά του πόδια μέσα σε αυτό το υγρό λίκνο της βρώμας, σέρνοντας ταυτόχρονα, λόγου χάρη, με το κάρο έναν χοντρό επιχειρηματία με πούρο, που θέλει να πάει στα γραφεία της εταιρείας του….).
Με τέτοια ατμόσφαιρα λοιπόν, όπως ήταν φυσικό, η πρώτη και συνολική εντύπωση δεν υπήρξε σίγουρα θετική. Αποφασίσαμε λοιπόν να φύγουμε, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Ωστόσο παρέμενε ανοιχτό το ζήτημα του επόμενου προορισμού, μιας και δεν είχαμε καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα. Η νύχτα που ακολούθησε, βρήκε τη Μέι Λί να κοιμάται ήσυχα, παρά τα μαθήματα τάμπλας που διεξάγονταν ακριβώς έξω από την πόρτα του δωματίου μας (το χάρισμά της, σχετικά με τον ύπνο, γνωστό σε όλους) και τον Κώστα, να ανακαλύπτει τον επόμενο προορισμό και να οργανώνει τα επιμέρους ζητήματα (μεταφορά, διαμονή, κ. τ. λ.), όντας αδύνατο να κοιμηθεί, αφού τα μαθήματα διήρκησαν ως τις πρώτες πρωινές ώρες! Θα πηγαίναμε, στο διάσημο από πολύ παλιά για τους hippies από όλο τον κόσμο, Puri στην Orissa, μία από τις πιο φτωχές, αν όχι η φτωχότερη πολιτεία της Ινδίας.
Το επόμενο πρωί είχαμε ήδη αποφασίσει, ότι θα αποχαιρετούσαμε την Καλκούτα και, αφού ξυπνήσαμε νωρίς, κατευθυνθήκαμε με στόχο την εύρεση εισιτηρίου τρένου για τη μεταφορά μας στο Bhubaneswar, την πρωτεύουσα της Orissa, όπου θα ξοδεύαμε την ημέρα των γενεθλίων του Κώστα και στη συνέχεια θα πορευόμασταν προς το Puri. Τελικά μετά από πρωινές περιπλανήσεις στους ασφυκτικά γεμάτους, από αυτοκίνητα και ανθρώπους, δρόμους, καταφέραμε να κλείσουμε εισιτήριο για τις δώδεκα το βράδυ, απευθείας όμως για το Puri, χωρίς το Bhubaneswar, ως ενδιάμεσο σταθμό μας(το αστείο είναι, ότι τελικά το τρένο πραγματοποίησε στάση εκεί, αλλά εμείς, όντας ενημερωμένοι για το αντίθετο, κοιμόμασταν ήσυχοι, περιμένοντας να φτάσουμε στο Puri).
Γυρνώντας όμως πίσω στα δωμάτια για να κάνουμε check out, διαπιστώσαμε, πως η ώρα είχε ήδη περάσει από 12 και έπρεπε να αντιμετωπίσουμε, τον θυμό του «συμπαθέστατου» ιδιοκτήτη, ο οποίος, μόλις του ανακοινώσαμε την απόφασή μας, ζήτησε να του καταβάλουμε επιπλέον 300 ρουπίες, γιατί η ώρα είχε περάσει( ήταν μόλις 12.30) και το δωμάτιο θα του έμενε ανοίκιαστο για εκείνη τη μέρα!(μεγάλο ψέμα) Ο Κώστας, αφού πρόσφερε 100 ρουπίες παραπάνω, πράγμα που ο ιδιοκτήτης αρνήθηκε πεισματικά, εμμένοντας στην αρχική του παράλογη απαίτηση , φρόντισε αναλόγως την περίσταση, βάζοντάς του άγριες φωνές, αρνούμενος να πληρώσει οτιδήποτε παραπάνω, ούτε καν τις 100, που είχε αρχικά προσφέρει. Τον προκάλεσε δε, να φωνάξει την αστυνομία, για να λυθεί η διαφορά. Σαστισμένος ο ιδιοκτήτης άρχισε να ψελλίζει, ότι θα πρέπει να το πούμε στον….. πραγματικό ιδιοκτήτη(bingo!!) και ότι αυτός είναι απλά μέτοχος, κάνοντας μας να γελάσουμε λιγάκι, αναλογιζόμενοι το καινούριο ψέμα, που είχε βγει στην επιφάνεια. Τελικά, αφού κρατήσαμε την ίδια αδιάλλακτη στάση και στον άλλο συνέταιρο-ιδιοκτήτη, βγήκαμε «αλώβητοι» οικονομικά και φύγαμε με τα «κεφάλια ψηλά»(η αλήθεια είναι, ότι, αν ερχόταν τελικά η αστυνομία, μπορεί και να έπρεπε να πληρώναμε, αλλά ακολουθήσαμε το παράδειγμά τους στις υπερβολές… και τελικά έπιασε).
Η υπόλοιπη μέρα μας βρήκε, να εξερευνούμε ξανά τους δρόμους της Κολκάτας ως αργά το απόγευμα και στη συνέχεια να βρίσκουμε τον Ρώσο γείτονα μαζί με την έγκυο γυναίκα του, που σκόπευε να γεννήσει με φυσικό τοκετό στην Ταυλάνδη στην συνέχεια του ταξιδιού τους. Μαζί τους συνεχίσαμε το ίδιο μοτίβο, δηλαδή περίπατο σε διάφορα αξιοθέατα της πόλης. Αποδείχτηκαν καλή παρέα και ανανεώσαμε το ραντεβού μας για την Gokarna της Karnataka, αφού συζητώντας μαζί τους ανακαλύψαμε, ότι σκοπεύαμε να είμαστε αμφότεροι εκεί, την ίδια χρονική περίοδο, περίπου ένα μήνα μετά.
Αργά το βράδυ της ίδιας μέρας βρισκόμασταν ήδη στο πιο κοσμοπλημμυρισμένο σταθμό τρένων, που είχαμε δει ποτέ(τουλάχιστον μέχρι τότε, γιατί αργότερα αντικρίσαμε και τον τρισάθλιο σταθμό τρένων στην Mumbai-Βομβάη-).Φτάσαμε εκεί με λεωφορείο, που κάποιος πολύ συμπαθητικός Ινδός μας υπέδειξε, από πού να πάρουμε, λέγοντάς μας, ότι θα ήταν άδικο να παίρναμε autoricksaw, για το οποίο θα πληρώναμε πολύ παραπάνω από την κανονική ταρίφα, λόγω της διαφορετικής εθνικότητάς μας.
Τέλος, μπαίνοντας στο τρένο και τοποθετώντας τα backpacks στις θέσεις μας, γνωρίσαμε και δύο «ινδοποιήμένους» Ρώσους-αδερφούς, οι οποίοι έμελε να γίνουν πολύ καλή παρέα και φίλοι μας (δεν ξέρουμε γιατί, αλλά κάπως πάντα τύχαινε να κάνουμε παρέα με Ρώσους, τους «τραβάμε»), τον Suresh και τον Pavitra (επέμεναν να συστήνονται με τα Ινδικά τους ονόματα παρόλο που έβλεπαν ότι δεν τα συγκρατούσαμε ούτε δευτερόλεπτο.. τελικά μας τα έγραψαν). Η νύχτα μεγάλη και ήσυχη (αν εξαιρέσει κανείς τα ποντίκια, που πότε, πότε περνούσαν κάτω από τα καθίσματά-κρεβάτια μας, ψάχνοντας για υπολείμματα τροφής, η οποία κατά καιρούς πέφτει άθελα η εσκεμμένα, από τα χέρια των εκάστοτε ταξιδιωτών..),μας έκανε γρήγορα να κλείσουμε τα μάτια μας, προσμένοντας το ξημέρωμα και την άφιξη στο Puri!
Το πλανητάριο της Καλκούτας... όσο παλιό είναι το κτίριο, άλλο τοσο είναι και η τεχνολογία που διαθέτει
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου