Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

Karnataka- Goa

Το αρχικό πλάνο μας ήθελε να κατεβαίνουμε σε κάποιο χωριό, στην Karnataka, από όπου θα παίρναμε λεωφορείο για την Gokarna. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια του νυχτερινού ταξιδιού, γνωρίσαμε και δύο Άγγλους, που μας διαβεβαίωσαν, ότι γνώριζαν το σταθμό, στον οποίο θα έπρεπε να κατέβουμε, για να πάρουμε το local bus για την Gokarna. Βέβαια, τόσο αυτοί, όσο και εμείς, αρνηθήκαμε να ακούσουμε τις συμβουλές ενός Ιταλού συνεπιβάτη, επίσης τουρίστα, ο οποίος μας έλεγε, πως το εισιτήριο του έγραφε Gokarna και άρα το τραίνο θα σταματούσε και εκεί. Τελικά, τον ξανασυναντήσαμε λίγες μέρες μετά και μας επαλήθευσε την αρχική του γνώμη.
Η Gokarna είναι άλλη μια παραθαλάσσια πόλη, με ακτές στην «άγρια» αραβική θάλασσα, όπως άλλωστε και η Varkala. Εκτός της κεντρικής, τεράστιας σε μήκος(πάνω από δέκα χιλιόμετρα), παραλίας, η πόλη διαθέτει και άλλες, πιο απομακρυσμένες, αλλά πολύ πιο όμορφες και, το κυριότερο, χωρίς κύματα, μιας και η κεντρική ήταν εντελώς ανοιχτή προς τη θάλασσα και άρα μονίμως «θυμωμένη».



Σε μία από αυτές, την kudley beach, αποφασίσαμε να μείνουμε και εμείς, βλέποντας, ότι η κεντρική παραλία, αλλά και τα δωμάτια(ποια??) δεν ικανοποιούσαν τις προσδοκίες μας στο ελάχιστο. Επιπλέον, τη διάρκεια της παραμονής μας εκεί, διεξαγόταν και το SHIVARATRI, μία μεγάλη ινδουιστική εορτή, κάτι σαν τα δικά μας Χριστούγεννα, αλλά με νεογέννητο μωρό τον Shiva. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την άφιξη πολλών πιστών, οι οποίοι πηγαινοέρχονταν στις παραλίες και κυρίως στην κεντρική, παρατηρώντας με τον πιο άγαρμπο, αδιάκριτο τρόπο τις γυναίκες τουρίστριες, που φορούσαν μπικίνι.
Φτάνοντας νωρίς το απόγευμα στην Kudley beach μέσα από ένα, κουραστικό και γεμάτο ήλιο, μονοπάτι, η ζέστη ήταν αφόρητη, αλλά το τοπίο και τα παγωμένα lassi, που ήπιαμε, μας αποζημίωσαν με το παραπάνω.






Συνολικά, η Kudley beach, υπήρξε ένας από τους καλύτερους σταθμούς μας και πόλος ενασχόλησης με διάφορες δραστηριότητες, αλλά κυρίως yoga.Γνωρίσαμε πολύ ενδιαφέροντα πρόσωπα, διαφόρων εθνικοτήτων και ανοίξαμε πολύωρες συζητήσεις μαζί τους. Χαζέψαμε τον απίστευτο νυχτερινό ουρανό, επιδοθήκαμε στην κατανάλωση chicken sizzler, κάναμε επανειλημμένα μπάνιο στην πανέμορφη παραλία, μόλις ένα λεπτό μακριά από το δωμάτιό μας και ξανασυναντήσαμε το ζευγάρι από τη Ρωσία(είπαμε, είμαστε μαγνήτες για όλους τους Ρώσους), που είχαμε πρωτογνωρίσει στην Καλκούτα.

Έτσι λοιπόν, περάσαμε συνολικά 8 μέρες στην Kudley beach, ενώ η ημερομηνία λήξης της βίζας μας, ζύγωνε απειλητικά. Έπειτα από αρκετή σκέψη, αποφασίσαμε να περάσουμε τελικά από την πολιτεία της Goa, παρόλο που αρχικά το είχαμε αποκλείσει, μιας και οι πληροφορίες, που είχαμε την ήθελαν να είναι αρκετά τουριστική και ακριβή, ενώ όχι τόσο όμορφη, όσο συνήθιζε να είναι παλιότερα. Εξάλλου θα ήταν κρίμα, να μην δούμε και εμείς οι ίδιοι, τη διάσημη αυτή, μικροσκοπική συγκριτικά με τις υπόλοιπες, πολιτεία της Ινδίας, που δεν γνώρισε ποτέ αγγλική κατοχή, αλλά αντίθετα αποτέλεσε αποικία των Πορτογάλων, για πολλές δεκαετίες.
Αργά το απόγευμα της επόμενης μέρας, το τελευταίο, τέταρτο στη σειρά λεωφορείο, που πήραμε(..ουφ!), μας άφηνε στην Arambol, ένα παραθαλάσσιο, ήσυχο σχετικά, μέρος της βόρειας Goa, αρκετά κοντά στην θρυλική, πολύβουη Anjuna, όπου διεξάγονταν παλαιότερα μεγάλα trance party(goa trance). Λέμε παλαιότερα, γιατί πλέον, η κυβέρνηση της Ινδίας προσπαθεί να εξαλείψει το φαινόμενο, θεσπίζοντας αυστηρούς νόμους, σύμφωνα με τους οποίους, όλα τα πάρτυ μουσικής, σε όλη την παραλία της Goa, πρέπει να σταματάνε, το πολύ μέχρι τις δέκα το βράδυ. Τα μαγαζιά-παραβάτες υποχρεούνται στην καταβολή τεράστιων προστίμων. Παρόλα αυτά, για τους λάτρεις των parties, διεξάγονται ακόμα κάποια μυστικά, στα οποία όμως, για να μπορέσεις να πας, θα πρέπει να έχεις πληροφορηθεί, είτε από κάποιον ειδήμονα του είδους, είτε από κάποιο flyer, το οποίο τυχαία ή εσκεμμένα έπεσε στα χέρια σου (τρέχα, γύρευε δηλαδή)!
Είχαμε την εντύπωση, ότι η Goa, ως υπερβολικά τουριστική περιοχή, (ίσως η… τουριστικότερη, αν αυτό είναι δόκιμο, από όλες τις υπόλοιπες πολιτείες της Ινδίας),επρόκειτο να είναι πανάκριβη, τόσο στη διαμονή, όσο και στο φαγητό. Παρόλα αυτά βρήκαμε ευήλιο και πεντακάθαρο(!!) δωμάτιο, μόλις για 250 ρουπιίες, σε ένα τεράστιο εσωτερικό οίκημα με αυλή και κήπο, που είχε τρείς ορόφους. Ένας το σπίτι των ιδιοκτητών, ένας τα δωμάτια και ένας το εστιατόριο-bar. Επιπλέον τα δύο συμπαθέστατα, γιγάντια πραγματικά λυκόσκυλα, ο Surya και o Tutu, αποτελούσαν εγγύηση, σχετικά την φύλαξη των πολύτιμων αντικειμένων μας, αφού στην Goa, το φαινόμενο της κλοπής, σε όλες τις εκφάνσεις, που αυτό μπορεί να έχει, «δίνει και παίρνει» ασταμάτητα. Τώρα, όσον αφορά το φαγητό, μπορούσες επίσης να βρεις αξιοπρεπή και φθηνά μέρη, με κύριο πιάτο το fish thali, μόλις για 40 ρουπίες(σχεδόν εβδομήντα λεπτά του ευρώ), που περιλαμβάνει ρύζι μέχρι σκασμού, ωραιότατο τηγανιτό ψαράκι, κάποιου είδους φακές και φυσικά chappati(ινδικό ψωμί, σαν αραβική πίτα)!
Ένα άλλο πράγμα, που «ρέει» άφθονο και φθηνό στην Goa, είναι το αλκοόλ. Σε όλη την υπόλοιπη Ινδία, λίγο ή πολύ, το να βρεις και να καταναλώσεις αλκοόλ οποιασδήποτε μορφής, δεν είναι, ούτε ό, τι πιο εύκολο, ούτε ό,τι πιο φθηνό. Θα πρέπει να το προμηθευτείς από συγκεκριμένα μαγαζιά της κυβέρνησης, όπου συνήθως θα πρέπει να περιμένεις, σε μία τεράστια «ουρά», γεμάτη από αλκοολικούς Ινδούς και άλλους, που θέλουν επίσης να αγοράσουν αλκοόλ. Στην Goa όμως μπορείς να αγοράσεις από παντού και μάλιστα σε τιμές εξωφρενικά χαμηλές(ένα μπουκάλι καλό ινδικό ουίσκι κοστίζει μόλις τρία ευρώ, ενώ μία μπύρα μόνο πενήντα λεπτά).Αναρωτιόμαστε… γιατί η κυβέρνηση της Ινδίας, εφόσον θέλει να σταματήσουν τα πάρτι, δεν ανεβάζει λιγάκι τις τιμές του αλκοόλ, ενώ αντίθετα αφήνει την Goa, να είναι η μοναδική πολιτεία της Ινδίας, στην οποία το αλκοόλ φορολογείται μηδενικά.(??!)
Ως φυσικό παρελκόμενο των parties, έστω και των απογευματινών(κάθε μέρα διεξάγονταν απογευματινά πάρτι, περίπου από τις πέντε και ως τις δέκα το βράδυ, όπου τα πάντα «έβαζαν λουκέτο», τουλάχιστον επίσημα) αποτελεί και η έντονη, σχεδόν ελεύθερη, διακίνηση ναρκωτικών. Περπατώντας στην παραλία, ιδιαίτερα σε αυτήν της Anjuna, οι προσφορές για οποιαδήποτε, χημική ή μη, ψυχοτρόπα ουσία, «έπεφταν βροχή», μην αφήνοντάς μας, να απολαύσουμε τον εκάστοτε περίπατό μας.
Τώρα, όσον αφορά την παραδοσιακή κουζίνα της Goa, κύριο και πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε το γλυκό bebinca. Ακόμα μετανιώνουμε, που αγοράσαμε μόνο ένα(που ζύγιζε μισό κιλό), τη μοναδική φορά, που καταφέραμε να βρούμε κάπου. Οτιδήποτε και να πούμε, είναι λίγο για αυτό το γλυκό, με κύριο συστατικό το αυγό… έπος!! Πρέπει σίγουρα, να μάθουμε να το φτιάχνουμε και οι ίδιοι.
Μπορεί τελικά να μην καταφέραμε να εντοπίσουμε κάποιο μυστικό πάρτυ στην arambol ή στην Anjuna, παρόλο που προσπαθήσαμε αρκετά, αλλά σίγουρα περάσαμε 6 όμορφες μέρες, γεμάτες βόλτες, είτε με τα πόδια, είτε με το μηχανάκι, το οποίο νοικιάσαμε και γυρίσαμε μεγάλο μέρος της καταπράσινης Goa.
Τέλος συνειδητοποιήσαμε, ότι τόσο στην Gokarna, αλλά κυριότατα στην Goa, οι Ρώσοι τουρίστες έχουν κυριολεκτικά καταλάβει το μέρος, αφού πλέον είναι περισσότεροι ακόμα και από τους ντόπιους, ενώ έχουν διεισδύσει και σε πάρα πολλές, νόμιμες ή μη, δουλειές.
Και ενώ οι μέρες παραμονής μας στην Ινδία λιγόστευαν, αποφασίσαμε(βασικά το ξέραμε από την αρχή του ταξιδιού, ότι ο τελευταίος σταθμός θα ήταν εκεί) να περάσουμε, διαγράφοντας μια προγραμματισμένη στάση, τις τελευταίες 10 μέρες, στο πασίγνωστο Varanasi, την πιο ιερή Hindu πόλη, την πόλη, στην οποία καταφθάνουν καθημερινά δεκάδες σοροί ινδουιστών, έτσι ώστε να αποτεφρωθούν και τα υπολείμματα να πεταχτούν στην αγκαλιά του Γάγγη, της μεγάλης μητέρας για τους hindu. Το ταξίδι ήταν πάλι μικρό, με ένα τραίνο 12 ωρών και ένα 22, με ενδιάμεση στάση την Βομβάη. Ως έμπειροι ταξιδιώτες πλέον, ασφαλίσαμε τα τρόφιμα σε ψηλό και δυσπρόσιτο για τα ποντίκια μέρος, σκεπαστήκαμε με τις κουβέρτες μας και αρχίσαμε προκαταβολικά να ονειρευόμαστε για το πώς μπορεί να είναι αυτή η μυστήρια πόλη, περιμένοντας την τότε αυριανή άφιξή μας εκεί.




Kerala, μια διαφορετική πολιτεία

Αφού λοιπόν, όπως έχει ήδη ειπωθεί, στο Kanyakumari ήταν δύσκολο να κάνουμε μπάνιο στην άγρια ακτή του, αποφασίσαμε ο επόμενος σταθμός μας να είναι η Kerala και συγκεκριμένα η Varkala, μία από τις πιο τουριστικές παραθαλάσσιες πόλεις αυτής της πολιτείας της Ινδίας.
Το ταξίδι με το λεωφορείο υπήρξε ήσυχο και άνετο, με μοναδικό μελανό σημείο τη μεγάλη καθυστέρηση, όσον αφορά την ώρα της άφιξής μας εκεί(περίπου 3 ώρες).
Κατά τις δέκα και μισή το βράδυ, βρισκόμασταν στο κέντρο της Varkala, από όπου πήραμε ταξί, για να μας μεταφέρει κοντά στη μεγάλη παραλία, όπου σκοπεύαμε να βρούμε δωμάτιο. Τελικά, κατόπιν της γνωστής πλέον και κουραστικής διαδικασίας(παζάρι, παζάρι και πάλι παζάρι), βρήκαμε ένα αξιοπρεπέστατο δωμάτιο, με κουζίνα διαθέσιμη προς μαγείρεμα, για 275 ρουπίες συνολικά. Τη συγκεκριμένη κουζίνα χρησιμοποιήσαμε αρκετές φορές, ώστε να μαγειρέψουμε, είτε το πρωινό μας, είτε φρέσκο τόνο και γαρίδες, που υπήρχαν σε αφθονία στη Varkala (Ένας πειραματισμός στην κουζίνα που αποδείχθηκε θεϊκός ήταν οι τηγανισμένες γαρίδες σε μουσταρδέλαιο, πραγματικά αξίζει).
Η Varkala είναι επίσης γνωστή για την εκμάθηση ή θεραπεία ayurveda, καθώς και για την διδασκαλία yoga. Κατά μήκος της μεγάλης παραλίας υψώνεται ένας πεζόδρομος, φτιαγμένος πάνω σε βράχους, ο οποίος είναι γεμάτος με εστιατόρια, μπαρ, πανάκριβα στην πλειοψηφία ξενοδοχεία και σχολές εκμάθησης των δύο αυτών αρχαίων επιστημών. Τελικά, αποφασίσαμε να ασχοληθούμε ξανά και πιο εντατικά, μόνο με την yoga. Παρακολουθήσαμε τρία συνολικά μαθήματα, ώστε να διαμορφώσουμε ένα πρόγραμμα, που θα μας ταίριαζε και συνεχίσαμε για αρκετό καιρό έπειτα, να εξασκούμαστε από μόνοι μας, καθημερινά.
Γενικά η Κεράλα αποτελεί μια από της πιο πλούσιες και ανεπτυγμένες περιοχές της Ινδίας, γεμάτη με ωραίες παραλίες, περιτριγυρισμένες από φοινικόδεντρα και μπανανιές, τρομακτικά εξελισσόμενη, όσον αφορά τον τουρισμό, αλλά και σε γενικότερο επίπεδο(ενδεικτικά αναφέρουμε, ότι η Kerala υπήρξε η πρώτη πολιτεία της Ινδίας, που εξέλεξε δημοκρατικά ,κομμουνιστική τοπική κυβέρνηση, πριν από κάποια χρόνια).
Ως φυσικό επακόλουθο της όλης ανάπτυξης, η ακρίβεια «χτυπάει κόκκινο» παντού. Συγκεκριμένα όλα τα τουριστικά μαγαζιά κατά μήκος της παραλίας έχουν εξωφρενικές τιμές, ενώ οι ιδιοκτήτες τους μας κοιτούσαν λίγο υποτιμητικά, καθώς ήταν προφανές, ότι δεν προερχόμαστε από την «υψηλή κάστα» των τουριστών. Από την άλλη μεριά, το βιοτικό επίπεδο, η κατάσταση των σπιτιών και η γνώση των αγγλικών είναι αρκετά καλύτερα από την υπόλοιπη Ινδία. Η ίδια η παραλία, τουλάχιστον κατά τη δική μας παραμονή εκεί, διατηρούνταν υπερβολικά καθαρή, και αυτό γιατί γυναίκες την καθάριζαν καθημερινά, από τα πολλά σκουπίδια, που αφήναν στο πέρασμά τους οι περαστικοί(φυσικά δεν νοείται άνδρας να κάνει τέτοιου είδους δουλειές ,στην Ινδία).
Τέλος, αξιοσημείωτη υπήρξε και η επίσκεψή μας σε μία χορευτική, παραδοσιακή, παράσταση, katakali dance. Πρόκειται για θρησκευτικό χορό – θέατρο με φρικιαστικά κουστούμια, μακιγιάζ και κίνηση, η οποία αφορά κυρίως το βλέμμα και λίγο το σώμα. Η θεματολογία αντλείται από ινδουιστικά κείμενα. Η συγκεκριμένη παράσταση, που παρακολουθήσαμε, υπήρξε κάπως κωμική, με κύριο θέμα την εξιστόρηση ενός συμβάντος, κατά το οποίο μια δαιμόνισσα, θέλοντας να κατακτήσει ένα νεαρό «ημίθεο» ή κάτι συναφές, μεταμορφώθηκε σε μία όμορφη κοπέλα και όταν δεν τον έπεισε ούτε έτσι τον έπιασε με την βία, αλλά αυτός ήταν γενναίος και δεν φοβήθηκε, παρά της έκοψε το ένα χέρι, στήθος και μύτη.
Τέλος, θα πρέπει να γίνει αναφορά και για τους, αρκετά αντιπαθείς στη πλειοψηφία τους, «Κεραλιώτες» και «Κεραλιώτισσες». Ζώντας οι περισσότεροι σχεδόν αποκλειστικά από τους τουρίστες, θα περίμενε κανείς, να έχουν τουλάχιστον έναν στοιχειώδη σεβασμό και ευγένεια απέναντί τους. Αντιθέτως όμως, όσο αφορά τη δική μας εμπειρία, υπήρξαν αρκετά περήφανοι και φανερά ιδιοτελώς ευγενικοί απέναντι στους… «κυριλέ» και πλούσιους τουρίστες.
Σίγουρα στην Κέραλα υπάρχουν διάφορα πιο παρθένα από τουρισμό μέρη που είναι δυνατόν να μελετήσει κανείς σε βάθος την θεραπευτική μέθοδο της ayrveda ή να χαρεί την εξωτική φύση χωρίς παρέα. Δυστυχώς, εμείς δεν είχαμε πολύ χρόνο και έτσι ο επόμενος προορισμός μας, πάντα στη πολιτεία της Κέραλα, ήταν το διάσημο και πολυσύχναστο Allepey, διάσημο για το δίκτυο καναλιών του και τις βόλτες σε αυτά, με πλοιάρια ποικίλου μεγέθους και ανέσεων.
Όταν φτάσαμε στο Allepey ήταν ακόμα Φεβρουάριος, αλλά η ζέστη ήταν ήδη ανυπόφορη. Σκοπεύαμε να καθίσουμε μόνο δυο μέρες, ίσα, ίσα, για να πάμε βόλτα στα κανάλια με την βάρκα. Εν συνεχεία σκοπεύαμε να ανεβούμε πιο βόρεια στην περιοχή Καρνάτακα. Δυστυχώς τα σχέδια μας άλλαξαν όταν πήγαμε να βγάλουμε εισιτήρια τραίνου, μιας και ο συντομότερος δυνατός τρόπος να φύγουμε, ήταν τρεις μέρες μετά, από το Kochi ή Ernakulum, μια κοντινή, μεγάλη σχετικά(4.5 εκατομμύρια), πόλη.
Οι επιπλέον μέρες πέρασαν με πολύ ιδρώτα τα μεσημέρια, περιμένοντας το απόγευμα να δροσίσει για να απολαύσουμε το υπέροχο και φτηνό φαί που είχαμε εντοπίσει σε ένα μαγαζί. Την κουζίνα της Κέραλα την λατρέψαμε. Φρέσκος τόνος, μαγειρεμένος σε λάδι καρύδας, μέσα σε φύλλο μπανάνας, σούπες με γάλα καρύδας και φυσικά άπειρες φρέσκες καρύδες, με μόλις 25 λεπτά του ευρώ. Η γευστική ωστόσο έκπληξη, που μας περίμενε, ήταν ωραιότατο μοσχαράκι κατσαρόλας με σάλτσα, για μόλις 30 ρουπίες(50 λεπτά) το πιάτο. Όπως είναι εύλογο, μετά από τέτοια πολύμηνη αποχή(ακόμα και στην Ταυλάνδη, αν εξαιρέσουμε την Bangkok, το βοδινό κρέας σπάνιζε αρκετά, ενώ όταν το έβρισκες, ήταν πολύ ακριβό), το συγκεκριμένο πιάτο καθιερώθηκε, ως καθημερινό πρωινό και μεσημεριανό μας.
Την μέρα που θα παίρναμε το βραδινό τραίνο για Gokarna, αποφασίσαμε να πάμε από νωρίς στο Kochi να κάνουμε βόλτα. Πήραμε λοιπόν κατά τις 11 το τοπικό λεωφορείο και μια συμπαθέστατη Ινδή, που καθόταν δίπλα στη Μέι Λί, μας έκανε να αλλάξουμε γνώμη για τους ντόπιους, αφού μας προσκάλεσε στο σπίτι της και στο γάμο της, τον οποίο δυστυχώς θα χάναμε αφού η βίζα μας θα είχε λήξει.
Φτάνοντας κατά τις πέντε το απόγευμα, το Ernakulum φάνταζε σαν μια άλλη ινδική μεγαλούπολη, υπερβολικά καθαρότερη ωστόσο (βρισκόμασταν στην Κέραλα!! Επιπλέον το συνηθισμένο παντού, κόπρανο της, ιερής για τους Ινδούς, αγελάδας, απουσίαζε παντελώς..), από τις αντίστοιχες μεγαλουπόλεις, στα υπόλοιπα states της Ινδίας. Έχοντας στη διάθεση μας περίπου 5 ώρες, ως την βραδινή αναχώρησή μας με τραίνο, για την Gokarna, αποφασίσαμε να περπατήσουμε στο κέντρο της πόλης.
Για άλλη μια φορά η κουζίνα της Κerala μας άφησε άφωνους, δοκιμάζοντας αλευρωμένες τηγανιτές πιπεριές τσίλι, ψιλοκομμένα και τηγανισμένα, φυσικά πατατάκια, υπέροχους και γινωμένους ανανάδες (εδώ πρέπει να ανοιχτεί μία παρένθεση και να ειπωθεί, ότι στην Ελλάδα, δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα, για το τι σημαίνει ανανάς, μιας και αυτοί, που κυκλοφορούν στην Ελλάδα, είναι χειρίστης ποιότητας), πεντανόστιμες κατακόκκινες μπανάνες(είναι κρίμα να μην υπάρχουν στην Ελλάδα) καθώς και.. πίτα γύρο κοτόπουλο!
Ο περίπατος συνεχίστηκε ως αργά το βράδυ, τραγουδώντας ανέμελα και χαζεύοντας την άγνωστη πόλη, όταν, μόλις μία ώρα πριν από την αναχώρησή μας, συνειδητοποιήσαμε, ότι… είχαμε ξεχάσει το laptop μας σε κάποιο ίντερνετ καφέ, που είχαμε επισκεφτεί το απόγευμα, αρκετά μακριά από τον σταθμό τραίνων!.. Μας κυρίευσε αρχικά πανικός, αλλά τελικά, μετά από σωστή και αποτελεσματική συνεργασία(mission impossible), καταφέραμε να το πάρουμε πίσω, πληρώνοντας βέβαια, το μηδαμινό ποσό, συγκριτικά με την αξία του laptop, των πεντακοσίων ρουπιών( εννέα περίπου ευρώ).
Τελικά, κατά τις έντεκα το βράδυ βρισκόμασταν ήδη στο τραίνο και αναχωρούσαμε για την Gokarna, έχοντας πάντα συνεπιβάτες τα χαριτωμένα ποντικάκια, να ροκανίζουν τα υπολείμματα του, δικού μας ή των άλλων, φαγητού.













Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

Bubhaneswar - Kanyakumari, ταξίδι προς το νότο

Κόντευε μεσημέρι, όταν το λεωφορείο μας άφηνε στο σταθμό, στο Bubhaneswar. H ζέστη και η, παντός είδους, δυσωδία, έκαναν την ατμόσφαιρα αποπνικτική, αναγκάζοντάς μας να κινηθούμε γρήγορα προς την ανεύρεση autorickshaw, το οποίο θα μας μετέφερε στο Nandankanan, το τεράστιο πάρκο, που είναι διάσημο, εκτός των άλλων, για τα πολλά είδη τεράστιων κροκοδείλων, που βρίσκονται έγκλειστοι στις, απαρχαιωμένες και εντελώς παρατημένες όπως αποδείχτηκε τελικά, εγκαταστάσεις του. Η διαδρομή ως εκεί, υπήρξε λιγάκι επεισοδιακή με αρκετές ανεπιθύμητες «στάσεις», μιας και το auto rickshaw μας, «βογκούσε» σαν ετοιμοθάνατος άρρωστος και η μηχανή του έσβηνε κάθε 5 λεπτά περίπου. Φτάνοντας λοιπόν μπροστά στην είσοδο, καταφέραμε να αποφύγουμε τους Ινδούς ξεναγούς, που προσφέρονταν να μας ξεναγήσουν με την νοηματική, αφού δεν γνώριζαν ούτε καν τα απαραίτητα αγγλικά, για να ολοκληρώσουν την προσφορά τους! Η τιμή του εισιτηρίου ήταν αρκετά φτηνή(100 ρουπίες), αλλά για άλλη μια φορά σκανδαλιστικά διαφορετική, από αυτή που ισχύει για τους Ινδούς επισκέπτες(10 ρουπίες).
Ήταν σίγουρο και αναμενόμενο, ότι οι εγκαταστάσεις του πάρκου δεν θα μας εντυπωσίαζαν. Η μεγάλη ωστόσο ποικιλία άγριων θηλαστικών και κυρίως ερπετών, που δεν είχαμε δει ποτέ μέχρι τότε, αντάμειψε με τον καλύτερο τρόπο την απόφασή μας, να πάμε εκεί.







Αυτό που δεν φαίνεται καθόλου από τις φωτογραφίες, αλλά σίγουρα είχε πρωταγωνιστικό ρόλο, ήταν η παρουσία πολλών ελεύθερων μαϊμούδων, οι οποίες διέσχιζαν με περίσσια άνεση οποιοδήποτε μέρος του πάρκου, καιροφυλακτώντας για ανυποψίαστους τουρίστες, που κουβαλούσαν κάποιο είδος τροφής, το οποίο θα μπορούσαν, να κλέψουν. Ο Κώστας λόγου χάρη αποφάσισε λανθασμένα και εντελώς αψυχολόγητα να δώσει μία μπανάνα σε μία περαστική μαϊμού, την οποία έβγαλε έξω από την τσάντα της Μέι Λί. Ε, για τα επόμενα δέκα-δεκαπέντε λεπτά, προσπαθούσε συνεχώς να την κρατήσει μακριά από την Μέι Λί και συγκεκριμένα την τσάντα της, την οποία είχε κυριολεκτικά «καρφώσει» με τα μάτια της. Τελικά βλέποντας, ότι είναι αδύνατο να αποσπάσει την προσοχή μας, έτσι ώστε να αρπάξει το σακίδιο, στάθηκε μπροστά μας, σχηματίζοντας μια απαίσια γκριμάτσα με το πρόσωπό της, έβγαλε μία απειλητική στριγγλιά, πανομοιότυπη με αυτή της γάτας, που απειλείται και εξαφανίστηκε, σκαρφαλώνοντας επιδεικτικά γρήγορα στο πρώτο δέντρο, που βρήκε μπροστά της. Στην συνέχεια της βόλτας μας στο πάρκο, συναντήσαμε μια άλλη μαιμού, που είχε «αράξει» σε ένα χαμηλό κλαδί και έτρωγε από ένα σακουλάκι με τσιπς( το οποίο προφανώς είχε κλέψει από κάποιον άτυχο και απρόσεχτο τουρίστα) , αργά , χαζέυοντας τον κόσμο, σαν να βρισκόταν σε σινεμά!
Το ίδιο βράδυ, βρισκόμασταν στις θέσεις- κρεβάτια μας και το τρένο αναχωρούσε, αφήνοντας πίσω την Orissa, με αρχικό προορισμό το Chennai, την πρωτεύουσα του Tamil nadu, ξανά τρένο για το Trivandrum, την πρωτεύουσα της Kerala, από όπου τελικά θα παίρναμε λεωφορείο για το Kanyakumari, το νοτιότερο σημείο της ηπειρωτικής Ινδίας. (αν ελέγξετε έναν χάρτη, θα διαπιστώσετε και εσείς, ότι μιλάμε για μία τεράστια, χιλιομετρικά, διαδρομή)
Το απόγευμα λοιπόν της επόμενης μέρας φτάναμε στο Chennai.Η γρήγορη βόλτα στη γύρω περιοχή, προς αναζήτηση φαγητού, μας άφησε με μέτριες εντυπώσεις, θυμίζοντάς μας ξανά τι εστί μεγαλούπολη στην Ινδία. Η ζέστη ήταν αφόρητη, για αυτό και επιλέξαμε να γευματίσουμε κάπου με air condition, ιδέα που αποδείχτηκε λάθος, μιας και κρυώσαμε λιγάκι και αναγκαστήκαμε να φύγουμε γρήγορα και να επιστρέψουμε στον σταθμό. Μία ώρα περίπου μετά, το δεύτερο τραίνο αναχωρούσε, με εμάς επιβάτες, για το Trivandrum.
To μεσημέρι λοιπόν της επομένης ήμασταν ήδη μες στο local(!!!) λεωφορείο για kanyakumari. Τόσους μήνες στην Ινδία, χρησιμοποιήσαμε πάρα πολλές φορές τα μέσα μαζικής μεταφοράς και ποτέ, μέχρι εκείνη τη μέρα τουλάχιστον, δεν γίναμε αυτόπτες μάρτυρες κάποιου τροχαίου, παρόλο που η οδήγηση στους δρόμους της Ινδίας, όπως έχει ήδη αναφερθεί πολλές φορές, είναι άκρως επικίνδυνη. Ε… έπρεπε κάποια στιγμή να συμβεί! Ευτυχώς δεν τρακάραμε οι ίδιοι(το δικό μας λεωφορείο δηλαδή), αλλά ένα άλλο λεωφορείο «κουτούλησε» στα ίσια ένα μεγάλο δέντρο, στην προσπάθειά του να μην συγκρουστεί μετωπικά, με ένα βανάκι, που είχε βγει στο αντίθετο ρεύμα για προσπέραση! Ευτυχώς δεν χτύπησε κανένας, η «μούρη» ωστόσο του λεωφορείου, τσαλακώθηκε άσχημα πάνω στο θεόρατο δέντρο. Ο δρόμος έκλεισε τουλάχιστον για μία ώρα, καθιστώντας μας ακίνητους σε μια μεγάλη ουρά αυτοκινήτων και φτάνοντάς μας στα όρια της κατάρρευσης από την κούραση.
Τελικά, συνολικά με δύο ώρες καθυστέρηση, κατά τις 6 το απόγευμα ο οδηγός του λεωφορείου έσβηνε τη μηχανή και μας άφηνε στο Kanyakumari. H αλήθεια είναι, ότι πέρα από την τοποθεσία (το Kanyakumari αποτελεί το σημείο, όπου τρεις μεγάλες θάλασσες, η αραβική, ο κόλπος της Βεγγάλης και ο ινδικός ωκεανός ενώνονται, δημιουργώντας μία «άγρια», πανέμορφη ακτή-δεν μπορείς να την πεις παραλία, γιατί είναι γεμάτη απόκρημνα βράχια, πάνω στα οποία σκάνε δυνατά αφρισμένα κύματα, από το κράμα νερού, των τριών θαλασσών-) και τις διαβεβαιώσεις των Ρώσων αδερφών, « It’s a very very very nice place..smatch!!.... as the freshness… to the ocean!», δεν είχαμε κάποιον ιδιαίτερο λόγο για την εκεί επίσκεψή μας.
Η αναζήτηση στέγης μας εξουθένωσε πάλι, μιας και ένας καινούριος παράγοντας έκανε δυναμική πρώτη εμφάνιση. Το να καταφέρεις στο Kanyakumari, να μπεις μόνος σε ένα guest house, χωρίς δηλαδή κάποιον Ινδό, που να σε έχει πάει εκεί, για να πάρει και ο ίδιος τη μίζα του από τον ξενοδόχο, είναι πάρα, μα πάρα, μα πάρα πολύ δύσκολο. Δεν προλάβαμε, να πατήσουμε το πόδι μας καλά, καλά, και οι προσφορές από περαστικούς Ινδούς για δωμάτια, έπεφταν βροχή, μην αφήνοντάς μας, να κινηθούμε από μόνοι μας, πουθενά. Οι τιμές, όπως είναι εύλογο ήταν υψηλές, αφού σε αυτές συμπεριλαμβανόταν και η αμοιβή του.. απρόσκλητου βοηθού. Στο τέλος καταλήξαμε, κάθε φορά που μπαίναμε κάπου, για να ρωτήσουμε, να διαβεβαιώνουμε τον ιδιοκτήτη, ότι δεν έχουμε καμία σχέση με όλους αυτούς, που στέκονταν πίσω μας και που του μιλούσαν στα, άγνωστα για εμάς, tamil. Αποκορύφωμα της όλης πορείας ήταν το γεγονός, κατά το οποίο η Μέι Λί, αγανακτισμένη από κάποιον, που πραγματικά δεν διατίθετο, να «ξεκολλήσει» με τίποτα, από το πλάι μας, έκλεισε τα μάτια της, σταύρωσε τα χέρια της μπροστά στο πρόσωπό της και άρχισε, γυρνώντας προς το μέρος του, να τον βρίζει ψιθυριστά, στα ελληνικά. Ο Ινδός σάστισε, ακούγοντας ακατάληπτους, για αυτόν ψίθυρους, ενώ η όψη της τον έκανε να φοβηθεί αρκετά και… έφυγε τρέχοντας, βρίζοντας, μακριά(έχουμε την εντύπωση, ότι θα πρέπει να νόμισε, πως η Μέι Λί του έκανε κάποιο είδος μαύρης μαγείας, κατάρας ή κάτι παρεμφερές)! Τελικά το δωμάτιο βρέθηκε και, αφού φάγαμε και κάναμε μπάνιο… παραδοθήκαμε ευτυχισμένοι στο ύπνο.
Οι λίγες μέρες μας στο Kanyakumari, υπήρξαν γεμάτες περίπατους στα στενά της πόλης, παρατηρώντας ένα παράδοξο κράμα χριστιανικής και ινδουιστικής αισθητικής, σε όλες τις εκφάνσεις, που μπορεί αυτό να έχει. Παράλληλα η κλασσική εναλλαγή των πολλών χρωμάτων, δοσμένη με ένα αρτιότατο φυσικά τρόπο, ήταν διάχυτη παντού.

Λίγα μόλις μέτρα μακριά από την ακτή στο Kanyakumari, βρίσκονται και δύο, από τα τρία σημαντικότερα, αν όχι τα μόνα, αξιοθέατα, που μπορεί να δει κάποιος επισκέπτης, το τεραστίων διαστάσεων(σαράντα κάτι μέτρα ύψος), άγαλμα-μνημείο του Tamil ποιητή Thiruvalluvar, καθώς και το vivekanda memorial, που στην ουσία πρόκειται για το βράχο, πάνω στον οποίο έκανε διαλογισμό για αρκετό καιρό, ο διάσημος Ινδός φιλόσοφος Swami Vivekanda. Δυστυχώς, ο μοναδικός τρόπος μεταφοράς εκεί εκτελείται από πλοιάρια (ο θεός να τα κάνει!), στα οποία το μοναδικό πράγμα, που φαίνεται ικανό, να λειτουργήσει επαρκώς σε περίπτωση κάποιου κινδύνου, είναι τα μεταχειρισμένα σωσίβια, που διαθέτουν. Επιπλέον, τουλάχιστον τον καιρό, που μείναμε εκεί, τα ίδια πλοιάρια αδυνατούσαν να μεταφέρουν με ικανοποιητική ταχύτητα, τις τεράστιες «ουρές» κόσμου, που σχηματίζονταν από τις πρώτες πρωινές ώρες και ως την δύση του ηλίου, ως επί το πλείστον αποτελούμενες από…. Ινδούς-Ινδουιστές τουρίστες, αφού δεν νοείται, να είσαι Ινδουιστής, που σέβεται τον εαυτό του, χωρίς να έχεις επισκεφτεί, τουλάχιστον μία φορά, το Kanyakumari και συγκεκριμένα τον ιερό ναό της Kumari, ο οποίος είναι και το τρίτο αξιοθέατο, που μπορεί να δει κανείς σε αυτή την ιερή πόλη.





Πρόκειται για έναν πελώριο hindu ναό, στον οποίο συρρέει καθημερινά πλήθος κόσμου(πάντα Ινδουιστές),για προσκύνημα και δωρεές και απώτερο σκοπό να ζητήσουν κάποια μεγάλη χάρη, κυριότατα νέες παντρεμένες γυναίκες, οι οποίες επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά, μιας και ο Kumari amman ναός είναι αφιερωμένος σε κάποια παρθένα θεότητα, που έκανε μπάνιο στην ακτή, στο Kayakumari.
Η δυνατότερη ωστόσο εμπειρία μας, κατά την περίοδο παραμονής εκεί, υπήρξε ο δεύτερος περίπατος (γιατί υπήρξε και πρώτος, αλλά όχι και τόσο πετυχημένος, μιας και ήταν η πρώτη ημέρα μας και αισθανθήκαμε άβολα, κάτω από τα επικριτικά και γεμάτα απορία βλέμματα, των ντόπιων κατοίκων – σίγουρα έπαιξε κάποιο ρόλο και η ινδική ενδυμασία που φόρεσε η Μέι Λί την δεύτερη φορά) στα «πραγματικά» στενά του Kanyakumari, μακριά από την τουριστική περιοχή και τα αξιοθέατα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο συνδυασμός των πολλών χρωμάτων, οπουδήποτε και αν κοιτάζαμε, δημιουργούσε φωτογραφικά κάδρα, παράδοξης μεν, απίστευτης δε ομορφιάς, τα οποία έλκυαν την προσοχή μας, συνεχώς και προς ποικίλες κατευθύνσεις. Γνωρίσαμε συμπαθητικότατες ινδικές οικογένειες, εκ των οποίων μία, μας προσκάλεσε μέσα στο μικρό και φτωχικό σπίτι της, όπου μας προσέφεραν ζεστό, φρέσκο, γάλα. Στη συνέχεια μας αποκάλυψαν, πως είναι χριστιανοί, σαν και εμάς και μας θεωρούν αδερφούς τους..!














































Ναι, κατά τη γνώμη μας δυστυχώς, ο χριστιανισμός έχει «απλώσει τα δίχτυα του» , πολλά χρόνια τώρα, στη νότια Ινδία και ιδιαίτερα στην kerala και στις, γύρω από αυτήν, πόλεις, όπως το Kanyakumari, παρόλο που το ίδιο υπάγεται στην πολιτεία του Tamil nadu, μία από τις πιο πουριτανικές και πατροπαράδοτες πολιτείες της Ινδίας. Όπως, εύλογα και εύκολα, θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς, όλο αυτό το διάστημα, επιμελώς προσπαθούν και πετυχαίνουν, να προσηλυτίζουν κόσμο, κυριότατα προερχόμενο από τα φτωχότερες και απαίδευτες, κοινωνικές τάξεις,(εύκολη «λεία») ελπίζοντας να «συμμορφώσουν» λιγάκι την Ινδία και συγκεκριμένα τους Ινδουιστές, σύμφωνα με τα δυτικά και, μερικώς ελεγχόμενα από αυτήν, πρότυπα, πάντα με την ασφαλή και «πεπατημένη» μέθοδο του προσηλυτισμού, δοσμένη βέβαια με, το γλυκό στην όψη, προσωπείο της αγάπης και της αγαθοεργίας( πραγματικά αηδιαστική, όπως πάντα άλλωστε, η χριστιανική εκκλησία…. μεγάλη «μπίζνα» λέμε!). Φυσικά το να γίνει κάποιος από ινδουιστής, χριστιανός ή και οτιδήποτε άλλο, έχει και κάποια θετικά, αφού αυτόματα αποποιείται το φρικτά ρατσιστικό σύστημα διάκρισης των καστών.
Αξιοσημείωτη υπήρξε τέλος και η εμπειρία του να παρακολουθήσουμε, για πρώτη φορά, μέχρι τότε, τους Ινδούς να παίρνουν το μπάνιο τους στην ακτή! Πέρα από το γεγονός, ότι βουτάνε στη θάλασσα, φορώντας όλα τα ρούχα τους κανονικά, το περισσότερο αξιοπερίεργο και ανεξήγητο ταυτόχρονα είναι, ότι μαζεύονται όλοι μαζί, σε ένα μόνο σημείο, αφήνοντας την υπόλοιπη «παραλία» άδεια, κυριολεκτικά!


Τρίτη 26 Απριλίου 2011

«Welcome to Puri sir… welcome to Puri»!

Στα τρένα της Ινδίας, ανά επιμελώς τακτά χρονικά διαστήματα, περνάν υπάλληλοι του τρένου ή ελεύθεροι ιδιώτες (οι δεύτεροι μόνο, όταν το τραίνο πραγματοποιεί στάσεις), οι οποίοι εμπορεύονται ποικιλία τροφίμων και ποτών, αλλά κυριότατα τσάι και χειρίστης ποιότητας nescaffe με γάλα (ουσιαστικά πρόκειται για γάλα με ζάχαρη και στίγματα κόκκων καφέ!). Όλοι αυτοί λοιπόν, έχουν αποκτήσει με την πάροδο του χρόνου πανομοιότυπη χροιά φωνής, η οποία κυριολεκτικά στοιχειώνει καθημερινά τους διαδρόμους των τρένων στην Ινδία! Σε διάρκεια λιγότερη των δέκα δευτερολέπτων, επαναλαμβάνουν, χωρίς ανάσα, την λέξη chai ή τη λέξη coffe, τουλάχιστον 20 φορές, πάντα με το «πρωτόκολλο» της ίδιας φωνής!
Από τους ήχους αυτών των φωνών, ξυπνήσαμε και εμείς τα ξημερώματα της επόμενης μέρας, περίπου στις έξι, έξι και μισή και κοιτάξαμε έξω από το παράθυρο, αναζητώντας το φως του ήλιου, ο οποίος, κρυμμένος πίσω από το παχύ στρώμα ομίχλης, που κάλυπτε την ατμόσφαιρα, αδυνατούσε, τουλάχιστον μέχρι εκείνη τη στιγμή, να «τρυπήσει» το απέραντο και πυκνό λευκό, που μας χώριζε από αυτόν. Τελικά όμως η ομίχλη άρχισε να υποχωρεί σιγά, σιγά και να μας αποκαλύπτει ένα εντελώς διαφορετικό, μέχρι τότε, τοπίο, αποτελούμενο από απέραντες πεδιάδες, γεμάτες μπανανιές και άλλες καλλιέργειες, καθώς και πυκνά φοινικοδάση με φοίνικες γεμάτους από ώριμες ή φρέσκες, ζουμερές καρύδες (στην Ταϊλάνδη, οι φοίνικες πολλοί, μα οι περισσότεροι άδειοι από καρπούς, γιατί οι Ταϊλανδοί, φρόντιζαν, ανά περιοδικά χρονικά διαστήματα, να τις κατεβάζουν, είτε μόνοι τους, είτε με τη βοήθεια σκλάβων-μαϊμούδων).




Οι Ρώσοι που γνωρίσαμε, όντας πολύ φιλικοί και πρόσχαροι, προσφέρθηκαν να μας βοηθήσουν, όσον αφορά τη διαμονή μας στο Puri, εφόσον οι ίδιοι ήταν «παλιές καραβάνες» του μέρους, έχοντας περάσει παλιότερα μεγάλα χρονικά διαστήματα εκεί.
Κατεβαίνοντας στο σταθμό των τρένων, πλήθος οδηγών pedal rickshaw προσφέρθηκε να μας μεταφέρει στο Puri 2, την τουριστική και γεμάτη guest houses, περιοχή. Δεν χρειάστηκε να κουνήσουμε, ούτε το μικρό μας δαχτυλάκι, αφού οι αδερφοί Ρώσοι, μας φρόντισαν σαν μικρούς τους αδερφούς, βρίσκοντας rickshaw, παζαρεύοντας για την τιμή (κάτι, που το περιμέναμε ούτως η άλλως, αφού η εμπειρία μας στην παρέα με τους ρώσους έδειξε, ότι είναι αμείλικτοι διαπραγματευτές) και τοποθετώντας μας στα καθίσματα. Πραγματικά εντυπωσιαστήκαμε από τη στάση τους. Οι ίδιοι μας δήλωσαν, πως από εκείνη τη στιγμή και πέρα, θα μας θεωρούσαν αδέρφια τους. «you….me…. brother and sister!!», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε με τα, ρωσικής προφοράς, κάκιστα σε γραμματική και σύνταξη, αγγλικά, ο μεγαλύτερος από τους δύο, σε διάφορες φάσεις, καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής μας στο Puri. Μας προσκάλεσαν στο συμπαθητικό guest house, όπου θα έμεναν και οι ίδιοι και γενικότερα υπήρξαν καταλυτικοί αρωγοί, τόσο στην άφιξη, όσο και σε όλη τη διάρκεια παραμονής μας εκεί. Τελικά αποφασίσαμε, να μείνουμε μία μέρα μαζί τους και παράλληλα να ψάξουμε για ένα καλύτερο, ακριβό για το budget μας, δωμάτιο, στο οποίο σκοπεύαμε να γιορτάσουμε, στα δυτικά πρότυπα, τα γενέθλια του Κώστα, που ήταν την επόμενη μέρα.
Η «ξενάγησή» μας, από τους Ρώσους, συνεχίστηκε, με το να μας πηγαίνουν στο peace coffee restaurant, ένα συμπαθέστατο μαγαζάκι, με πολύ καλές τιμές και αρκετά καλό και καθαρό φαγητό, αλλά δυστυχώς πάντα γεμάτο από κόσμο και συγκεκριμένα από τουρίστες, γεγονός που απαιτούσε την υπομονή σου, στο να εξυπηρετηθείς, πολλές φορές παραπάνω από μιάμιση ώρα..! Αφού πήραμε πρωινό, ανανεώσαμε το ραντεβού μας για δείπνο το ίδιο βράδυ στο ίδιο μέρος, και «απλωθήκαμε» στα στενά του Puri, αναζητώντας ένα, σαφώς ακριβότερο και.. ευρωπαϊκών προδιαγραφών, δωμάτιο.
Έχοντας λοιπόν, για πρώτη φορά, θέσει τα standards τόσο «ψηλά», ξεκινήσαμε έναν μαραθώνιο έρευνας, κοιτώντας περισσότερα από 20 διαφορετικά guest houses(πραγματικά «οργώσαμε» την περιοχή), αδυνατώντας όμως, να βρούμε το ιδανικό μέρος, στην ιδανική τιμή. Τελικά ενδώσαμε στον πειρασμό, να κλείσουμε για την επόμενη μέρα το ακριβότερο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, που διέθετε plasma t.v, ηλεκτρικό θερμοσίφωνο, air condition, μεγάλη μπανιέρα(ειδικά αυτό μας εξέπληξε, γιατί ήταν η πρώτη και τελευταία φορά, που συναντήσαμε κάτι τέτοιο!!), μπαλκόνι με θέα στον ωκεανό ( το Puri τοποθετείται ανατολικά, στις ακτές του κόλπου της Βεγγάλης, ο οποίος ενώνεται με τον ινδικό ωκεανό) και τοίχους ζωγραφισμένους με Polloc αισθητική, στην τιμή των 2000 ρουπίων (35 ευρώ περίπου), κατόπιν εντατικού και επίμονου bargaining. Φυσικά παρόλη την χλιδή, το ξενοδοχείο δεν κατάφερνε να αποκρύψει πλήρως την αληθινή Ινδία αφού η θέα στον ωκεανό συμπεριελάμβανε πλήθος σκουπιδιών. Το ίδιο βράδυ, είχαμε ένα αξέχαστο δείπνο, με τους Ρώσους «αδερφούς» μας να ζαλίζονται λιγάκι από την κατανάλωση αλκοόλ και να δίνουν ρεσιτάλ κωμικοτραγικότητας, τραγουδώντας παραδοσιακά ινδικά τραγούδια και λέγοντας «αμπελοφιλοσοφίες», με χρήση κατακρεουργημένων αγγλικών με βαριά ρωσική προφορά, όπως: «me, as the freshness…to the ocean» ή το κλασσικό πλέον για εμάς « it’s a very very very nice…….smatch( πρόκειται για τον ήχο, που έκανε φιλώντας δυνατά, δαγκώνοντας ουσιαστικά τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού!).
Η επόμενη μέρα, όπως ήταν φυσικό και επόμενο, μας βρήκε να γιορτάζουμε μέσα στην σουίτα μας, πίνοντας ένα απαίσιο ινδικό κρασί, παραδιδόμενοι άνευ όρων στις ανέσεις, που αυτή μας προσέφερε. Αρνηθήκαμε να προβούμε στην παραμικρή ενέργεια, παραγγέλνοντας ακόμα και φαγητό στο δωμάτιο, απόφαση, που την πληρώσαμε πολύ ακριβά, αφού η γαστρεντερίτιδα μας «τσάκισε» για πολλοστή φορά, καθιστώντας μας αδύναμους για τις επόμενες 4-5 μέρες. Παρόλα αυτά, η μέρα υπήρξε άκρως χαλαρωτική και ανανεωτική και για τους δυο, με την μπανιέρα και την, απίστευτης άνεσης, τουαλέτα, να έχουν τον ρόλο του πρωταγωνιστή!
Πολύ νωρίς το πρωί της επομένης, περίπου στις 8 παρά, ήμασταν ήδη στους άδειους δρόμους του Puri, αναζητώντας νέα στέγη, να μας φιλοξενήσει, μιας και το check out στην συντριπτική πλειοψηφία των guest houses στο Puri ήταν μόλις στις οκτώ, το πρωί!!(κάποια ελάχιστα έχουν στις εννέα, ενώ ένα μόνο, στο οποίο μείναμε κιόλας τελικά, είχε στις δέκα)
Μία από τις πιο όμορφες φωτογραφικές σκηνές, που έχουμε στο μυαλό μας, για το Puri, έλαβε χώρα, την ώρα, που ψάχναμε για καινούριο δωμάτιο. Μέσα στον άδειο και γεμάτο υγρασία δρόμο, εφόσον ο ήλιος βρισκόταν ήδη ψηλά, αλλά αδυνατούσε να διαλύσει την ομίχλη, που κάλυπτε την ατμόσφαιρα,(ήταν αδύνατο να διακρίνεις το μπλε του ουρανού), μας πλησίασε ένας νεαρός Ινδός. Στάθηκε απέναντί μας, μας κοίταξε με ένα αλλόκοτο βλέμμα θαυμασμού και, σφίγγοντας δυνατά τη γροθιά του, με ένα ειρηνικό χαμόγελο, γύρισε και μας είπε: «welcome to Puri sir,… welcome to Puri», νομίζοντας προφανώς, ότι μόλις είχαμε φτάσει, αφού τα backpacks μας «έκαναν μπαμ», κάνοντάς μας να φαινόμαστε καινούριοι επισκέπτες. Λίγα λεπτά αργότερα, αφήσαμε τα συμπράγκαλά μας στο καινούριο μας δωμάτιο, μέσα στα μικρά στενά της πόλης και πολύ κοντά στην παραλία. Από την γραφική ταράτσα, που διέθετε μπορούσαμε να αγναντεύουμε το απέραντο μπλε του ωκεανού, ο οποίος κυριολεκτικά αγκάλιαζε τα μικρά σπίτια του Puri. Σε ένα ενδεχόμενο τσουνάμι, είναι βέβαιο, ότι η θάλασσα θα «κατάπινε» το Puri,τουλάχιστον τα παράλιά του, σε λιγότερο από 3 λεπτά, μη προλαβαίνοντας κανένας να κάνει τίποτα.
Η πραγματικότητα είναι, ότι το 2004 περίμεναν να έρθει κάποιο, το οποίο είχε ξεκινήσει από κάπου αλλού και είχε ήδη πλήξει τα δυτικά νησιά της Ταυλάνδης , αλλά τελικά το κακό αποφεύχθηκε, αφού τελικά δεν έφτασε στο Puri ποτέ. Οι κάτοικοί του ακόμα πιστεύουν, ότι ο Shiva, στον οποίο είναι αφιερωμένη η ιερή πόλη Puri, έδιωξε το κύμα μακριά, πράγμα ωστόσο, που αρκετά χρόνια νωρίτερα, αρνήθηκε να κάνει, αφήνοντας το τσουνάμι να καταστρέψει την παραλιακή πλευρά στο Puri, και να πάρει μαζί του αρκετές ανθρώπινες ζωές. Ως έκφραση αφοσίωσης σε αυτόν επιπλέον, το Puri αποτελεί η μοναδική πόλη της Ινδίας, όπου η κατανάλωση, καλλιέργεια ή οποιαδήποτε άλλη χρήση, κάνναβης, είναι νόμιμη και ανεκτή σε όλα τα επίπεδα(μπορείς να καπνίσεις παντού! Εξ’ ου και η μαζική προσέλευση των hippies, τα προηγούμενα χρόνια).
Οι Ρώσοι λοιπόν υπήρξαν οι «κινητήριοι μοχλοί», όσον αφορά την ξενάγησή μας στο Puri. Μαζί τους νοικιάσαμε ποδήλατα (ναι! Οδήγησε και η Μέι Λί δικό της ποδήλατο και σε χωματόδρομους, αλλά και στους γεμάτους κίνηση, από ποικίλα οχήματα και ζώα, ινδικούς δρόμους) και πραγματοποιήσαμε αξέχαστες εκδρομές σε ερημικές παραλίες, τοποθετημένες σε δύσκολα να βρεθούν, μα γνωστά για αυτούς, μέρη. Υπήρξαμε αυτόπτες μάρτυρες ενός θλιβερού συμβάντος, κατά το οποίο αντικρίσαμε τις σορούς εκατοντάδων, χωρίς υπερβολή, θαλάσσιων χελωνών, τις οποίες είχε ξεβράσει ο ωκεανός στις ακτές του κόλπου, κατά μήκος πολλών χιλιομέτρων. Οι σοροί αυτοί συνοδεύονταν από πτώματα μικρών ψαριών. Μία μεγάλη μόλυνση ίσως? Τίποτα δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά, εκτός από το ό, τι για άλλη μια φορά συνειδητοποιήσαμε, πως ο άνθρωπος είναι ορκισμένος εχθρός και η μεγαλύτερη απειλή, του πλανήτη μας.





Με τους ίδιους πάντα ξεναγούς, πραγματοποιήσαμε και την πρώτη επίσκεψή μας στο κέντρο του Puri, μακριά από την τουριστική περιοχή, όπου θυμηθήκαμε την «μαύρη» γοητεία των ινδικών πόλεων. Βρώμα, βρωμιά και βρομερότητα παντού, με πλήθος κόσμου να πηγαινοέρχεται ανάμεσα σε σκουπίδια και περιττώματα αγελάδας, οι οποίες να εμποδίζουν αισθητά την γενικότερη κυκλοφορία, αφού ξάπλωναν, οπουδήποτε αυτές θεωρούσαν βολικό, αδιαφορώντας για το τι συνέβαινε γύρω τους, κοιτώντας τον κόσμο με το γνωστό, ήρεμο, «αγελαδίσιο» βλέμμα. Επισκεφθήκαμε τις εισόδους μόνο, δυστυχώς, των πολλών ινδουιστικών ναών, μιας και η εισχώρηση στα ενδότερα , απαγορεύεται ρητά, σε μη Ινδούς ή μη ινδουιστές.

…βουρ στο φαγητό!...Και τι φαγητό!






Από αριστερά ο Παβίτρα ,και δεύτερος ο Σουρές, ενώ στο φόντο το κέντρο της πόλης


Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι ανατολές του ηλίου στο Puri, τουλάχιστον κατά τη δική μας παραμονή εκεί, ήταν πάντα καλυμμένες από στρώματα ομίχλης, καθιστώντας αδύνατη τη θέασή του. Η ατμόσφαιρα ωστόσο και το όλο τοπίο μας αντάμειψε επάξια, όντας πραγματικά μαγευτικά


Περιμένοντας την ανατολή!

Γυναίκες μας ετοιμάζουν το απαραίτητο «chai masala»


Ψαράδες ετοιμάζουν δίχτυα, ενώ ο ήλιος όντας ήδη ψηλά στον ουρανό, μόλις που διακρίνεται πίσω από την ομίχλη!

Αξιοσημείωτο υπήρξε και το τραπέζι, που μας έκαναν οι δύο αδερφοί, μαγειρεύοντας με γκάζι στο δωμάτιο τους φρέσκο τόνο ημέρας, φερμένο απευθείας δίπλα από τον ωκεανό και αγορασμένο από ντόπιους ψαράδες. Το γεύμα αυτό υπήρξε αφορμή, ώστε να ανοίξει ένα νέο, μεγάλο και ανεξερεύνητο κεφάλαιο, αυτό της αδρής κατανάλωσης ψαριού, κυριότατα τόνου, που αφθονεί στις πολιτείες της ανατολικής και νότιας Ινδίας, όπως οι ίδιοι διαπιστώσαμε.
Τις τελευταίες μέρες αποφασίσαμε, να κινητοποιηθούμε περισσότερο μόνοι μας, τόσο γιατί δεν θέλαμε να «πρήζουμε» συνεχώς τους δύο αδερφούς, όσο και γιατί θέλαμε να δούμε πράγματα, που οι ίδιοι είχανε δει αρκετές φορές. Νοικιάσαμε λοιπόν οι δυο μας μηχανάκι(ναι, δεν κωλώνουμε πουθενά, ούτε στην Ινδία!) και βάλαμε στόχο τον ναό του ήλιου,(sun temple), ένα από τα σημαντικότερα μνημεία, ανεκτίμητης πραγματικά αξίας , της Ινδίας. Πρόκειται για ένα επιβλητικότατο ναό, ηλικίας περίπου 800 ετών, αφιερωμένο στην θεότητα του ηλίου για τους ινδουιστές, τον Surya. Κατά πάσα πιθανότητα, έχει χτιστεί από τον τότε βασιλιά της Orissa, Narashimhadev( ωραίο όνομα για RPG χαρακτήρα), για να γιορτάσει τη νίκη του και την υπεροχή του, έναντι των μουσουλμάνων. Διάφορες τροποποιήσεις και προσθέσεις επήλθαν με την πάροδο των αιώνων, από διάδοχους, αυτοκράτορες.
Το μηχανάκι μας, σύμφωνο με το κλίμα της Ινδίας, θύμιζε μηχανάκι αμνημόνευτων ετών(εποχής δευτέρου παγκοσμίου και έπειτα).



Παρόλο το παλαιό της ηλικίας του αποδείχτηκε ικανό, να μας μεταφέρει με ασφάλεια, 26 χιλιόμετρα έξω από το Puri, στο χωριό Konark, όπου βρισκόταν ο «επίμαχος» ναός. Μοναδικό πρόβλημα η χαμηλή ταχύτητα, αφού, αν ξεπερνούσες τα 40, το μηχανάκι, ξεκινούσε να τρίζει δυνατά και να κουνιέται ολόκληρο, δίνοντας την εντύπωση, ότι επρόκειτο να ανατιναχθεί!
Μπορεί η Agra και το Ταζ Μαχάλ , να μας άφησε με διχασμένες εντυπώσεις, το sun temple όμως υπήρξε στα αλήθεια μαγικό, βγαλμένο από κάποιο παραμύθι και μοναδικό αξιοθέατο. Η είσοδός του, λιγάκι «τσουχτερή» για τους τουρίστες(250 ρουπίες, ενώ για τους Ινδούς μόλις 10!), μας έκανε να επιλέξουμε να το δούμε από έξω, όπως ο περισσότερος κόσμος άλλωστε(Ινδοι-τουρίστες), εφόσον βρισκόταν σε κοινή, για όλους, θέα, ενώ μέσα γινόταν, ταυτόχρονα με την συνεχόμενη ροή των επισκεπτών, κάποιες επιδιορθώσεις και έργα. Στην επιστροφή μας στο Puri, σταματήσαμε για μπάνιο σε κάποια ερημική, όπως τουλάχιστον εμείς θεωρήσαμε, παραλία, όπου ο Κώστας φρόντισε να γίνει θέαμα στα μάτια ανυποψίαστων Ινδών, αφού θεώρησε πρέπον να κάνει γυμνισμό. Η Μέι Λί, που αποφάσισε να μην κάνει μπάνιο, προσπάθησε μάταια να τον ειδοποιήσει, φωνάζοντάς του, αφού ο ήχος των δυνατών κυμάτων, που ξέβραζε ο ωκεανός, το έκανε αδύνατο. Τελικά το συνειδητοποίησε αρκετή ώρα μετά, όταν ο ίδιος αποφάσισε να βγει έξω, γιατί κρύωνε…


Ο ναός του ήλιου, αφιερωμένος στο θεό SURYA.



Χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε καλά, καλά, πέρασε σχεδόν μία εβδομάδα και επειδή δεν θέλαμε, να προβούμε ξανά στα λάθη του παρελθόντος (manali, mcleoad ganj,κ. τ. λ.), μιας και είχαμε λίγο χρόνο και πολλά μέρη να επισκεφτούμε, αποφασίσαμε να φύγουμε. Είχαμε ήδη σκεφτεί τον επόμενο σταθμό μας(Kanyakumari,το νοτιότερο σημείο της Ινδίας) και το μόνο, που χρειαζόμασταν, ήταν μεγάλη υπομονή, γιατί το διπλό ταξίδι με τραίνο εκεί, θα μας έπαιρνε συνολικά περισσότερες από 35 ώρες(μιάμιση μέρα μέσα στο τρένο!). Το τρένο δε, θα έπρεπε να το παίρναμε από την πρωτεύουσα της Orissa, Bubhaneswar,πράγμα, που αποτελούσε την τέλεια αφορμή για μία επίσκεψή μας στο μεγάλο ζωολογικό πάρκο, που διαθέτει.
Έτσι λοιπόν εγκαταλείψαμε το Puri, το βρωμερό χωριό διακοσίων χιλιάδων κατοίκων, με τον φτωχό μεν, πολύ ζωντανό δε κόσμο, που τραγουδούσε και χόρευε στα στενάκια με κάθε αφορμή, δοξάζοντας τον Shiva, την απέραντη παραλία γεμάτη σκουπίδια και ψαράδικα, τον μονίμως άγριο ωκεανό και τα κοράκια, να σε παρατηρούν και να σε κράζουν τα ομιχλώδη πρωινά. Πραγματικά, το Puri είναι ένας ενδιαφέρον προορισμός, που δεν υπάρχει πλέον(μπορεί και καλύτερα έτσι) στην λίστα των περισσότερων δυτικών τουριστών της Ινδίας.







O δρόμος προς την Καλκούτα

Άγρια χαράματα, το λεωφορείο έμπαινε στον, γεμάτο από κόσμο, bus station της Μπανγκόκ. Αγουροξυπνημένοι από τον βαθύ ύπνο, κοιτάξαμε την ώρα στο κινητό και μείναμε έκπληκτοι συνειδητοποιώντας, ότι ήταν μόλις 7! Είχαμε φτάσει στον προορισμό μας το λιγότερο μια ώρα νωρίτερα, οπότε υπήρχε χρόνος για καφέ και… τουαλέτα! Υπήρχε Βέβαια και το εξής πρόβλημα: τα εναπομείναντα ταϊλανδικά χαρτονομίσματα, που κρατούσαμε στις τσέπες μας, σχημάτιζαν το συνολικό ποσό των 400 baht(10 ευρώ)!
Έχοντας ξεφύγει κατά πολύ, από τη ροή του προγραμματισμένου προϋπολογισμού μας, αρνηθήκαμε σθεναρά να «τραβήξουμε» και άλλα λεφτά, λόγω της «τσουχτερής» προμήθειας, αφού εξάλλου σε λίγες ώρες θα βρισκόμασταν μακριά από το βασίλειο της Ταϊλάνδης. Γνωρίζαμε, χωρίς ωστόσο να ήμασταν σίγουροι, ότι η τιμή για το ταξί(ένα από τα λίγα φτηνά πράγματα στη Ταϊλάνδη), ήταν περίπου 350 bhat, αλλά, όταν είσαι τουρίστας, ανεξαρτήτου εθνικότητας, πρέπει να «πολεμήσεις» για αυτή, πολλές φορές χωρίς θετικό αποτέλεσμα.
Παρόλα αυτά, ξεπερνώντας για άλλη μια φορά τους εαυτούς μας, αποφασίσαμε να χαλάσουμε 50 bhat για ζεστούς καφέδες, αδιαφορώντας για το τι μέλλει γενέσθαι και «φουσκωμένοι» με την άνεση χιλίων καρδιναλίων, ότι η τύχη ήταν με το μέρος μας. Ε λοιπόν, πολύ καλά κάναμε! Τελικά, μετά από αμείλικτο παζάρι και πολύπλοκες διαπραγματεύσεις διάρκειας 5-6 λεπτών, πετύχαμε την τιμή των 300 bhat και ξεκινήσαμε για το αεροδρόμιο, συνοδευόμενοι από κυκλοφοριακή συμφόρηση, που θα έκανε την χελώνα να φαντάζει ποδηλάτης, αν πορευόταν παράλληλα με μας. Ο οδηγός, διπλά απογοητευμένος, τόσο από την κίνηση, όσο και από την, χαμηλού κέρδους για αυτόν «κούρσα» , προσπαθούσε με λόγια να μας πείσει, να του δώσουμε παραπάνω χρήματα. Προσφέρθηκε εξάλλου να ανοίξει το ταξίμετρο, ενώ ήδη είχαμε ξεκινήσει και πραγματοποιήσει πορεία 5-10 λεπτών. Υποθέτουμε, ότι η τιμή, που πετύχαμε με τα πολλά παζάρια, ήταν αρκετά συμφέρουσα για εμάς – ειδικά με τόση κίνηση-, αλλά όχι για τον ίδιο τον ταρίφα.
Η μία ώρα νωρίτερα, που φτάσαμε στον σταθμό των λεωφορείων, αποδείχτηκε σωτήρια, μιας και η συνολική καθυστέρηση με το ταξί ξεπέρασε τη μιάμιση ώρα! Τρέχοντας λιγάκι, κάναμε check in, επιβιβαστήκαμε στο αεροπλάνο, αφού πληρώσαμε πρόστιμο, λόγω λήξης της βίζας μας (2000 bhat μαζί, για 2 μέρες καθυστέρηση)!! Αναγκαστήκαμε τελικά, κάνοντας τις προηγούμενες ενέργειές μας να φαίνονται άχρηστες, να «σηκώσουμε» λεφτά και απογειωθήκαμε, αφήνοντας μακριά την χώρα, που μας φιλοξένησε για δύο περίπου μήνες. Κατά της διάρκεια της πτήσης η πείνα «χτύπησε δυνατά την πόρτα μας», αλλά τα 50 bhat δεν αρκούσαν για την παραμικρή αγορά, εντός αεροπλάνου.(Τόσο έξυπνοι ήμασταν, ώστε «τραβήξαμε» το ακριβές αντίτιμο του προστίμου. Είπαμε, πάνω στον πανικό, πολλές μα…..κίες μπορεί να κάνει κανείς). Τελικά όμως μία συμπαθέστατη Ισπανίδα, που γνωρίσαμε, προσφέρθηκε να βοηθήσει, ενισχύοντας μας οικονομικά, οπότε καταβροχθίσαμε μια noodle soup.
Ώρα Ινδίας, έντεκα και μισή το πρωί. Το αεροδρόμιο της Κολκάτα(για όσους δεν γωρίζουν, πρόκειται για τη νέα ονομασία της Καλκούτας, τουλάχιστον για τους Ινδούς), δεν φάνταζε το ίδιο τρομακτικό, αχανές και αφιλόξενο με αυτό στο Ν.Δελχί, χωρίς ωστόσο να διαφέρει στο παραμικρό από το πρώτο. Οι δύο πρώτοι μήνες μας στην βόρεια Ινδία πέρασαν σαν στιγμή μπροστά από τα μάτια μας, αφήνοντας πίσω τους μια ευχάριστη αίσθηση, ένα χαμόγελο και, πάνω από όλα, ηθικό ακμαιότατο. Όχι, δεν ήμασταν πια πρωτάρηδες, είχαμε υπόψη μας, ότι πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για αυτό, που δεν γίνεται πρακτικά να προετοιμαστείς!! Χαιρετίσαμε την Ισπανίδα, πήραμε ταξί και ξεχυθήκαμε(Indian driving!) με το «τραγούδισμα» της κόρνας, να μας συνοδεύει και εμάς, με τα μάτια ορθάνοιχτα από θαυμασμό, να χαζεύουμε το άγνωστο γύρω μας.
Ένα από τα πολλά παράδοξα της Ινδίας και συγκεκριμένα της Κολκάτας αποτελεί και η αλλαγή κατεύθυνσης της οδικής κυκλοφορίας στο 90% των δρόμων της, η οποία λαμβάνει χώρα καθημερινά, περίπου στη μία το μεσημέρι. Προφανώς αυτή η αλλαγή θα πρέπει να μας βρήκε εν κινήσει, κάνοντάς μας, να βιώσουμε μία, άνευ προηγουμένου, ακόμα και για την Ινδία, κυκλοφοριακή συμφόρηση(..χάος..).
Η ώρα κόντευε δύο το μεσημέρι(περίπου τρεις ώρες μετά από την προσγείωσή μας), όταν κουρασμένοι και ιδρωμένοι, από την κίνηση και τη ζέστη αντίστοιχα, φτάσαμε στον Sudder street ,τον δρόμο, που συνιστά το lonely planet, για φτηνά και όσο γίνεται καθαρά δωμάτια. Οι πληροφορίες, που είχαμε και τελικά είναι πραγματικότητα, ήθελαν την Καλκούτα να είναι η ακριβότερη πόλη της Ινδίας μαζί με την Βομβάη, όσο αφορά την διαμονή, για αυτό και αποφασίσαμε να είμαστε αμείλικτοι και σχολαστικοί στις διαπραγματεύσεις μας. Δυστυχώς όμως, οι ώρες πέρασαν γρήγορα, χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα(το καλύτερο, καθαρότερο και φτηνό δωμάτιο ήταν το πρώτο που μας έδειξαν, και εμείς οι άμυαλοι αρνηθήκαμε, πιστεύοντας, ότι θα υπάρξουν καλύτερες ευκαιρίες) και εμάς να υποκύπτουμε σιγά, σιγά, στην κούραση. Λίγο πριν παραιτηθούμε οριστικά και πάμε να μείνουμε σε κάποιο πανάκριβο guest house, η τύχη αποφάσισε επιτέλους να μας χαμογελάσει. Γνωρίσαμε έναν local Ινδό, ο οποίος, αφού προσπάθησε μάταια, να μας πείσει να τον ακολουθήσουμε σε κάποια ακριβά, αλλά καθαρά και ανθρώπινα δωμάτια, μας έδειξε το δρόμο για ένα πολύ καλό, φτηνό, τοπικό, μουσουλμανικό εστιατόριο, όπου περάσαμε την επόμενη ώρα μας, ανακτώντας δυνάμεις, συζητώντας για τις διαφορετικές κουλτούρες μας,(ινδική-ελληνικήή) και τρώγοντας τρομακτικές ποσότητες φαγητού και κυρίως ρυζιού(οι ατομικές μερίδες ρυζιού γενικά στην Ινδία είναι υπερβολικά μεγάλες)!
Η ώρα κόντευε επτά το απόγευμα, όταν τελικά βρήκαμε δωμάτιο(μέτριο, αλλά όχι εντελώς κακό) στο κέντρο της περιοχής και με ωραίο rooftop για 300 ρουπίες(5 ευρώ). Ο ιδιοκτήτης(δεν είναι σίγουρο αυτό) ωστόσο υπήρξε κωμικά τραγικός και…(ας μας επιτραπεί η έκφραση).. γλοιώδης, με το να μας λέει φανταστικές και άθλιες ιστορίες για προσπάθειες αποπλάνησής του από τουρίστριες, που δεν είχαν λεφτά να πληρώσουν για την διαμονή τους εκεί,( φανταστείτε τον λιγάκι… μιλάμε για έναν κοντό, άσχημο, αδύνατο, καραφλό Ινδό με γυαλιά, ντυμένο με λαμέ πουκάμισο, πενήντα χρονών περίπου, μπορεί και παραπάνω και σωματοδομή καμπούρη καλικάντζαρου) και για το πόσο τυχεροί ήμασταν, που καταφέραμε να βρούμε δωμάτιο, μιας και κάποιοι( κάποιοι βγαλμένοι από τη σφαίρα της φαντασίας μάλλον) είχαν πληρώσει ήδη προκαταβολή για το ελεύθερο, εναπομείναν δωμάτιο, αλλά τελικά δεν ήρθαν. Περίπου δέκα λεπτά αφού κλείσαμε το δωμάτιο, ήρθε ένας αρκετά συμπαθής Ρώσος, στον οποίο επανέλαβε ακριβώς, μα ακριβώς όμως, την ίδια ιστορία, με σκοπό να τον πείσει, να μείνει στο τελευταίο ελεύθερο δωμάτιο, που διέθετε!! Το θράσος του δε, ξεπέρασε κάθε όριο, γιατί ο όλος διάλογος διεξήλθε μπροστά στα έκπληκτα και απορημένα μάτια μας (καθόμασταν κυριολεκτικά μισό μέτρο δίπλα τους)!
Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει εντελώς, όταν αποφασίσαμε να βγούμε για περπάτημα στους φωτισμένους και γεμάτους από κόσμο δρόμους, της μεγάλης αυτής πόλης, της Ινδίας. Η Καλκούτα μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε για άλλη μια φορά, ότι οι μεγάλες πόλεις στην Ινδία δεν είναι, σε καμία περίπτωση, ο καλύτερος δυνατός προορισμός για πολυήμερη διαμονή. Έξω στους δρόμους, το πλήθος κόσμου φάνταζε σαν μυρμήγκια τριγύρω από την φωλιά τους. Παντός είδους μικροπωλητές, μικροαπατεώνες, ζητιάνοι και παιδιά έμπαιναν στο δρόμο μας, για να μας μιλήσουν, ζητώντας βοήθεια ή προσφέροντας κάποια υπηρεσία. Η φτώχεια διάχυτη παντού, με αρκετούς ανθρώπους σε κατάσταση εξαθλίωσης. Η Κολκάτα είναι και η τελευταία εναπομείνασα πόλη της Ινδίας, όπου δυστυχώς ακόμα συναντάς τα λεγόμενα «human rickshaw»! Σε αντίθεση με τα pedal-rickshaw, που χρησιμοποιούν ποδήλατο για να μεταφέρουν κόσμο, στα human rickshaw χρησιμοποιούν τον εαυτό τους, σέρνοντας κάρα φορτωμένα με ανθρώπους, σαν να είναι άλογα! Μάθαμε επίσης, ότι τον καιρό των μουσώνων αποτελούν το κύριο μεταφορικό μέσο, για εντός πόλης διαδρομές και αυτό, γιατί διαθέτουν πολύ ψηλές ρόδες, που δεν «κωλώνουν» στα ποτάμια λάσπης, σκατών και νερού που πλημμυρίζουν κυριολεκτικά τους δρόμους (τώρα βέβαια σε όλο αυτό, σκεφτείτε τον καημένο οδηγό, που περπατάει με τα γυμνά του πόδια μέσα σε αυτό το υγρό λίκνο της βρώμας, σέρνοντας ταυτόχρονα, λόγου χάρη, με το κάρο έναν χοντρό επιχειρηματία με πούρο, που θέλει να πάει στα γραφεία της εταιρείας του….).
Με τέτοια ατμόσφαιρα λοιπόν, όπως ήταν φυσικό, η πρώτη και συνολική εντύπωση δεν υπήρξε σίγουρα θετική. Αποφασίσαμε λοιπόν να φύγουμε, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Ωστόσο παρέμενε ανοιχτό το ζήτημα του επόμενου προορισμού, μιας και δεν είχαμε καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα. Η νύχτα που ακολούθησε, βρήκε τη Μέι Λί να κοιμάται ήσυχα, παρά τα μαθήματα τάμπλας που διεξάγονταν ακριβώς έξω από την πόρτα του δωματίου μας (το χάρισμά της, σχετικά με τον ύπνο, γνωστό σε όλους) και τον Κώστα, να ανακαλύπτει τον επόμενο προορισμό και να οργανώνει τα επιμέρους ζητήματα (μεταφορά, διαμονή, κ. τ. λ.), όντας αδύνατο να κοιμηθεί, αφού τα μαθήματα διήρκησαν ως τις πρώτες πρωινές ώρες! Θα πηγαίναμε, στο διάσημο από πολύ παλιά για τους hippies από όλο τον κόσμο, Puri στην Orissa, μία από τις πιο φτωχές, αν όχι η φτωχότερη πολιτεία της Ινδίας.
Το επόμενο πρωί είχαμε ήδη αποφασίσει, ότι θα αποχαιρετούσαμε την Καλκούτα και, αφού ξυπνήσαμε νωρίς, κατευθυνθήκαμε με στόχο την εύρεση εισιτηρίου τρένου για τη μεταφορά μας στο Bhubaneswar, την πρωτεύουσα της Orissa, όπου θα ξοδεύαμε την ημέρα των γενεθλίων του Κώστα και στη συνέχεια θα πορευόμασταν προς το Puri. Τελικά μετά από πρωινές περιπλανήσεις στους ασφυκτικά γεμάτους, από αυτοκίνητα και ανθρώπους, δρόμους, καταφέραμε να κλείσουμε εισιτήριο για τις δώδεκα το βράδυ, απευθείας όμως για το Puri, χωρίς το Bhubaneswar, ως ενδιάμεσο σταθμό μας(το αστείο είναι, ότι τελικά το τρένο πραγματοποίησε στάση εκεί, αλλά εμείς, όντας ενημερωμένοι για το αντίθετο, κοιμόμασταν ήσυχοι, περιμένοντας να φτάσουμε στο Puri).
Γυρνώντας όμως πίσω στα δωμάτια για να κάνουμε check out, διαπιστώσαμε, πως η ώρα είχε ήδη περάσει από 12 και έπρεπε να αντιμετωπίσουμε, τον θυμό του «συμπαθέστατου» ιδιοκτήτη, ο οποίος, μόλις του ανακοινώσαμε την απόφασή μας, ζήτησε να του καταβάλουμε επιπλέον 300 ρουπίες, γιατί η ώρα είχε περάσει( ήταν μόλις 12.30) και το δωμάτιο θα του έμενε ανοίκιαστο για εκείνη τη μέρα!(μεγάλο ψέμα) Ο Κώστας, αφού πρόσφερε 100 ρουπίες παραπάνω, πράγμα που ο ιδιοκτήτης αρνήθηκε πεισματικά, εμμένοντας στην αρχική του παράλογη απαίτηση , φρόντισε αναλόγως την περίσταση, βάζοντάς του άγριες φωνές, αρνούμενος να πληρώσει οτιδήποτε παραπάνω, ούτε καν τις 100, που είχε αρχικά προσφέρει. Τον προκάλεσε δε, να φωνάξει την αστυνομία, για να λυθεί η διαφορά. Σαστισμένος ο ιδιοκτήτης άρχισε να ψελλίζει, ότι θα πρέπει να το πούμε στον….. πραγματικό ιδιοκτήτη(bingo!!) και ότι αυτός είναι απλά μέτοχος, κάνοντας μας να γελάσουμε λιγάκι, αναλογιζόμενοι το καινούριο ψέμα, που είχε βγει στην επιφάνεια. Τελικά, αφού κρατήσαμε την ίδια αδιάλλακτη στάση και στον άλλο συνέταιρο-ιδιοκτήτη, βγήκαμε «αλώβητοι» οικονομικά και φύγαμε με τα «κεφάλια ψηλά»(η αλήθεια είναι, ότι, αν ερχόταν τελικά η αστυνομία, μπορεί και να έπρεπε να πληρώναμε, αλλά ακολουθήσαμε το παράδειγμά τους στις υπερβολές… και τελικά έπιασε).
Η υπόλοιπη μέρα μας βρήκε, να εξερευνούμε ξανά τους δρόμους της Κολκάτας ως αργά το απόγευμα και στη συνέχεια να βρίσκουμε τον Ρώσο γείτονα μαζί με την έγκυο γυναίκα του, που σκόπευε να γεννήσει με φυσικό τοκετό στην Ταυλάνδη στην συνέχεια του ταξιδιού τους. Μαζί τους συνεχίσαμε το ίδιο μοτίβο, δηλαδή περίπατο σε διάφορα αξιοθέατα της πόλης. Αποδείχτηκαν καλή παρέα και ανανεώσαμε το ραντεβού μας για την Gokarna της Karnataka, αφού συζητώντας μαζί τους ανακαλύψαμε, ότι σκοπεύαμε να είμαστε αμφότεροι εκεί, την ίδια χρονική περίοδο, περίπου ένα μήνα μετά.
Αργά το βράδυ της ίδιας μέρας βρισκόμασταν ήδη στο πιο κοσμοπλημμυρισμένο σταθμό τρένων, που είχαμε δει ποτέ(τουλάχιστον μέχρι τότε, γιατί αργότερα αντικρίσαμε και τον τρισάθλιο σταθμό τρένων στην Mumbai-Βομβάη-).Φτάσαμε εκεί με λεωφορείο, που κάποιος πολύ συμπαθητικός Ινδός μας υπέδειξε, από πού να πάρουμε, λέγοντάς μας, ότι θα ήταν άδικο να παίρναμε autoricksaw, για το οποίο θα πληρώναμε πολύ παραπάνω από την κανονική ταρίφα, λόγω της διαφορετικής εθνικότητάς μας.
Τέλος, μπαίνοντας στο τρένο και τοποθετώντας τα backpacks στις θέσεις μας, γνωρίσαμε και δύο «ινδοποιήμένους» Ρώσους-αδερφούς, οι οποίοι έμελε να γίνουν πολύ καλή παρέα και φίλοι μας (δεν ξέρουμε γιατί, αλλά κάπως πάντα τύχαινε να κάνουμε παρέα με Ρώσους, τους «τραβάμε»), τον Suresh και τον Pavitra (επέμεναν να συστήνονται με τα Ινδικά τους ονόματα παρόλο που έβλεπαν ότι δεν τα συγκρατούσαμε ούτε δευτερόλεπτο.. τελικά μας τα έγραψαν). Η νύχτα μεγάλη και ήσυχη (αν εξαιρέσει κανείς τα ποντίκια, που πότε, πότε περνούσαν κάτω από τα καθίσματά-κρεβάτια μας, ψάχνοντας για υπολείμματα τροφής, η οποία κατά καιρούς πέφτει άθελα η εσκεμμένα, από τα χέρια των εκάστοτε ταξιδιωτών..),μας έκανε γρήγορα να κλείσουμε τα μάτια μας, προσμένοντας το ξημέρωμα και την άφιξη στο Puri!


Η εκπληκτική ταράτσα του δωματίου μας
Μόλις βγήκαμε από τον ναό της Κάλι. Το κοκκινάδι υποδεικνύει ότι κάναμε την προσευχή μας σήμερα.
Κατάλοιπα της αγγλικής αποικιοκρατίας στην Καλκούτα


Το πλανητάριο της Καλκούτας... όσο παλιό είναι το κτίριο, άλλο τοσο είναι και η τεχνολογία που διαθέτει