Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

Karnataka- Goa

Το αρχικό πλάνο μας ήθελε να κατεβαίνουμε σε κάποιο χωριό, στην Karnataka, από όπου θα παίρναμε λεωφορείο για την Gokarna. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια του νυχτερινού ταξιδιού, γνωρίσαμε και δύο Άγγλους, που μας διαβεβαίωσαν, ότι γνώριζαν το σταθμό, στον οποίο θα έπρεπε να κατέβουμε, για να πάρουμε το local bus για την Gokarna. Βέβαια, τόσο αυτοί, όσο και εμείς, αρνηθήκαμε να ακούσουμε τις συμβουλές ενός Ιταλού συνεπιβάτη, επίσης τουρίστα, ο οποίος μας έλεγε, πως το εισιτήριο του έγραφε Gokarna και άρα το τραίνο θα σταματούσε και εκεί. Τελικά, τον ξανασυναντήσαμε λίγες μέρες μετά και μας επαλήθευσε την αρχική του γνώμη.
Η Gokarna είναι άλλη μια παραθαλάσσια πόλη, με ακτές στην «άγρια» αραβική θάλασσα, όπως άλλωστε και η Varkala. Εκτός της κεντρικής, τεράστιας σε μήκος(πάνω από δέκα χιλιόμετρα), παραλίας, η πόλη διαθέτει και άλλες, πιο απομακρυσμένες, αλλά πολύ πιο όμορφες και, το κυριότερο, χωρίς κύματα, μιας και η κεντρική ήταν εντελώς ανοιχτή προς τη θάλασσα και άρα μονίμως «θυμωμένη».



Σε μία από αυτές, την kudley beach, αποφασίσαμε να μείνουμε και εμείς, βλέποντας, ότι η κεντρική παραλία, αλλά και τα δωμάτια(ποια??) δεν ικανοποιούσαν τις προσδοκίες μας στο ελάχιστο. Επιπλέον, τη διάρκεια της παραμονής μας εκεί, διεξαγόταν και το SHIVARATRI, μία μεγάλη ινδουιστική εορτή, κάτι σαν τα δικά μας Χριστούγεννα, αλλά με νεογέννητο μωρό τον Shiva. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την άφιξη πολλών πιστών, οι οποίοι πηγαινοέρχονταν στις παραλίες και κυρίως στην κεντρική, παρατηρώντας με τον πιο άγαρμπο, αδιάκριτο τρόπο τις γυναίκες τουρίστριες, που φορούσαν μπικίνι.
Φτάνοντας νωρίς το απόγευμα στην Kudley beach μέσα από ένα, κουραστικό και γεμάτο ήλιο, μονοπάτι, η ζέστη ήταν αφόρητη, αλλά το τοπίο και τα παγωμένα lassi, που ήπιαμε, μας αποζημίωσαν με το παραπάνω.






Συνολικά, η Kudley beach, υπήρξε ένας από τους καλύτερους σταθμούς μας και πόλος ενασχόλησης με διάφορες δραστηριότητες, αλλά κυρίως yoga.Γνωρίσαμε πολύ ενδιαφέροντα πρόσωπα, διαφόρων εθνικοτήτων και ανοίξαμε πολύωρες συζητήσεις μαζί τους. Χαζέψαμε τον απίστευτο νυχτερινό ουρανό, επιδοθήκαμε στην κατανάλωση chicken sizzler, κάναμε επανειλημμένα μπάνιο στην πανέμορφη παραλία, μόλις ένα λεπτό μακριά από το δωμάτιό μας και ξανασυναντήσαμε το ζευγάρι από τη Ρωσία(είπαμε, είμαστε μαγνήτες για όλους τους Ρώσους), που είχαμε πρωτογνωρίσει στην Καλκούτα.

Έτσι λοιπόν, περάσαμε συνολικά 8 μέρες στην Kudley beach, ενώ η ημερομηνία λήξης της βίζας μας, ζύγωνε απειλητικά. Έπειτα από αρκετή σκέψη, αποφασίσαμε να περάσουμε τελικά από την πολιτεία της Goa, παρόλο που αρχικά το είχαμε αποκλείσει, μιας και οι πληροφορίες, που είχαμε την ήθελαν να είναι αρκετά τουριστική και ακριβή, ενώ όχι τόσο όμορφη, όσο συνήθιζε να είναι παλιότερα. Εξάλλου θα ήταν κρίμα, να μην δούμε και εμείς οι ίδιοι, τη διάσημη αυτή, μικροσκοπική συγκριτικά με τις υπόλοιπες, πολιτεία της Ινδίας, που δεν γνώρισε ποτέ αγγλική κατοχή, αλλά αντίθετα αποτέλεσε αποικία των Πορτογάλων, για πολλές δεκαετίες.
Αργά το απόγευμα της επόμενης μέρας, το τελευταίο, τέταρτο στη σειρά λεωφορείο, που πήραμε(..ουφ!), μας άφηνε στην Arambol, ένα παραθαλάσσιο, ήσυχο σχετικά, μέρος της βόρειας Goa, αρκετά κοντά στην θρυλική, πολύβουη Anjuna, όπου διεξάγονταν παλαιότερα μεγάλα trance party(goa trance). Λέμε παλαιότερα, γιατί πλέον, η κυβέρνηση της Ινδίας προσπαθεί να εξαλείψει το φαινόμενο, θεσπίζοντας αυστηρούς νόμους, σύμφωνα με τους οποίους, όλα τα πάρτυ μουσικής, σε όλη την παραλία της Goa, πρέπει να σταματάνε, το πολύ μέχρι τις δέκα το βράδυ. Τα μαγαζιά-παραβάτες υποχρεούνται στην καταβολή τεράστιων προστίμων. Παρόλα αυτά, για τους λάτρεις των parties, διεξάγονται ακόμα κάποια μυστικά, στα οποία όμως, για να μπορέσεις να πας, θα πρέπει να έχεις πληροφορηθεί, είτε από κάποιον ειδήμονα του είδους, είτε από κάποιο flyer, το οποίο τυχαία ή εσκεμμένα έπεσε στα χέρια σου (τρέχα, γύρευε δηλαδή)!
Είχαμε την εντύπωση, ότι η Goa, ως υπερβολικά τουριστική περιοχή, (ίσως η… τουριστικότερη, αν αυτό είναι δόκιμο, από όλες τις υπόλοιπες πολιτείες της Ινδίας),επρόκειτο να είναι πανάκριβη, τόσο στη διαμονή, όσο και στο φαγητό. Παρόλα αυτά βρήκαμε ευήλιο και πεντακάθαρο(!!) δωμάτιο, μόλις για 250 ρουπιίες, σε ένα τεράστιο εσωτερικό οίκημα με αυλή και κήπο, που είχε τρείς ορόφους. Ένας το σπίτι των ιδιοκτητών, ένας τα δωμάτια και ένας το εστιατόριο-bar. Επιπλέον τα δύο συμπαθέστατα, γιγάντια πραγματικά λυκόσκυλα, ο Surya και o Tutu, αποτελούσαν εγγύηση, σχετικά την φύλαξη των πολύτιμων αντικειμένων μας, αφού στην Goa, το φαινόμενο της κλοπής, σε όλες τις εκφάνσεις, που αυτό μπορεί να έχει, «δίνει και παίρνει» ασταμάτητα. Τώρα, όσον αφορά το φαγητό, μπορούσες επίσης να βρεις αξιοπρεπή και φθηνά μέρη, με κύριο πιάτο το fish thali, μόλις για 40 ρουπίες(σχεδόν εβδομήντα λεπτά του ευρώ), που περιλαμβάνει ρύζι μέχρι σκασμού, ωραιότατο τηγανιτό ψαράκι, κάποιου είδους φακές και φυσικά chappati(ινδικό ψωμί, σαν αραβική πίτα)!
Ένα άλλο πράγμα, που «ρέει» άφθονο και φθηνό στην Goa, είναι το αλκοόλ. Σε όλη την υπόλοιπη Ινδία, λίγο ή πολύ, το να βρεις και να καταναλώσεις αλκοόλ οποιασδήποτε μορφής, δεν είναι, ούτε ό, τι πιο εύκολο, ούτε ό,τι πιο φθηνό. Θα πρέπει να το προμηθευτείς από συγκεκριμένα μαγαζιά της κυβέρνησης, όπου συνήθως θα πρέπει να περιμένεις, σε μία τεράστια «ουρά», γεμάτη από αλκοολικούς Ινδούς και άλλους, που θέλουν επίσης να αγοράσουν αλκοόλ. Στην Goa όμως μπορείς να αγοράσεις από παντού και μάλιστα σε τιμές εξωφρενικά χαμηλές(ένα μπουκάλι καλό ινδικό ουίσκι κοστίζει μόλις τρία ευρώ, ενώ μία μπύρα μόνο πενήντα λεπτά).Αναρωτιόμαστε… γιατί η κυβέρνηση της Ινδίας, εφόσον θέλει να σταματήσουν τα πάρτι, δεν ανεβάζει λιγάκι τις τιμές του αλκοόλ, ενώ αντίθετα αφήνει την Goa, να είναι η μοναδική πολιτεία της Ινδίας, στην οποία το αλκοόλ φορολογείται μηδενικά.(??!)
Ως φυσικό παρελκόμενο των parties, έστω και των απογευματινών(κάθε μέρα διεξάγονταν απογευματινά πάρτι, περίπου από τις πέντε και ως τις δέκα το βράδυ, όπου τα πάντα «έβαζαν λουκέτο», τουλάχιστον επίσημα) αποτελεί και η έντονη, σχεδόν ελεύθερη, διακίνηση ναρκωτικών. Περπατώντας στην παραλία, ιδιαίτερα σε αυτήν της Anjuna, οι προσφορές για οποιαδήποτε, χημική ή μη, ψυχοτρόπα ουσία, «έπεφταν βροχή», μην αφήνοντάς μας, να απολαύσουμε τον εκάστοτε περίπατό μας.
Τώρα, όσον αφορά την παραδοσιακή κουζίνα της Goa, κύριο και πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε το γλυκό bebinca. Ακόμα μετανιώνουμε, που αγοράσαμε μόνο ένα(που ζύγιζε μισό κιλό), τη μοναδική φορά, που καταφέραμε να βρούμε κάπου. Οτιδήποτε και να πούμε, είναι λίγο για αυτό το γλυκό, με κύριο συστατικό το αυγό… έπος!! Πρέπει σίγουρα, να μάθουμε να το φτιάχνουμε και οι ίδιοι.
Μπορεί τελικά να μην καταφέραμε να εντοπίσουμε κάποιο μυστικό πάρτυ στην arambol ή στην Anjuna, παρόλο που προσπαθήσαμε αρκετά, αλλά σίγουρα περάσαμε 6 όμορφες μέρες, γεμάτες βόλτες, είτε με τα πόδια, είτε με το μηχανάκι, το οποίο νοικιάσαμε και γυρίσαμε μεγάλο μέρος της καταπράσινης Goa.
Τέλος συνειδητοποιήσαμε, ότι τόσο στην Gokarna, αλλά κυριότατα στην Goa, οι Ρώσοι τουρίστες έχουν κυριολεκτικά καταλάβει το μέρος, αφού πλέον είναι περισσότεροι ακόμα και από τους ντόπιους, ενώ έχουν διεισδύσει και σε πάρα πολλές, νόμιμες ή μη, δουλειές.
Και ενώ οι μέρες παραμονής μας στην Ινδία λιγόστευαν, αποφασίσαμε(βασικά το ξέραμε από την αρχή του ταξιδιού, ότι ο τελευταίος σταθμός θα ήταν εκεί) να περάσουμε, διαγράφοντας μια προγραμματισμένη στάση, τις τελευταίες 10 μέρες, στο πασίγνωστο Varanasi, την πιο ιερή Hindu πόλη, την πόλη, στην οποία καταφθάνουν καθημερινά δεκάδες σοροί ινδουιστών, έτσι ώστε να αποτεφρωθούν και τα υπολείμματα να πεταχτούν στην αγκαλιά του Γάγγη, της μεγάλης μητέρας για τους hindu. Το ταξίδι ήταν πάλι μικρό, με ένα τραίνο 12 ωρών και ένα 22, με ενδιάμεση στάση την Βομβάη. Ως έμπειροι ταξιδιώτες πλέον, ασφαλίσαμε τα τρόφιμα σε ψηλό και δυσπρόσιτο για τα ποντίκια μέρος, σκεπαστήκαμε με τις κουβέρτες μας και αρχίσαμε προκαταβολικά να ονειρευόμαστε για το πώς μπορεί να είναι αυτή η μυστήρια πόλη, περιμένοντας την τότε αυριανή άφιξή μας εκεί.




Kerala, μια διαφορετική πολιτεία

Αφού λοιπόν, όπως έχει ήδη ειπωθεί, στο Kanyakumari ήταν δύσκολο να κάνουμε μπάνιο στην άγρια ακτή του, αποφασίσαμε ο επόμενος σταθμός μας να είναι η Kerala και συγκεκριμένα η Varkala, μία από τις πιο τουριστικές παραθαλάσσιες πόλεις αυτής της πολιτείας της Ινδίας.
Το ταξίδι με το λεωφορείο υπήρξε ήσυχο και άνετο, με μοναδικό μελανό σημείο τη μεγάλη καθυστέρηση, όσον αφορά την ώρα της άφιξής μας εκεί(περίπου 3 ώρες).
Κατά τις δέκα και μισή το βράδυ, βρισκόμασταν στο κέντρο της Varkala, από όπου πήραμε ταξί, για να μας μεταφέρει κοντά στη μεγάλη παραλία, όπου σκοπεύαμε να βρούμε δωμάτιο. Τελικά, κατόπιν της γνωστής πλέον και κουραστικής διαδικασίας(παζάρι, παζάρι και πάλι παζάρι), βρήκαμε ένα αξιοπρεπέστατο δωμάτιο, με κουζίνα διαθέσιμη προς μαγείρεμα, για 275 ρουπίες συνολικά. Τη συγκεκριμένη κουζίνα χρησιμοποιήσαμε αρκετές φορές, ώστε να μαγειρέψουμε, είτε το πρωινό μας, είτε φρέσκο τόνο και γαρίδες, που υπήρχαν σε αφθονία στη Varkala (Ένας πειραματισμός στην κουζίνα που αποδείχθηκε θεϊκός ήταν οι τηγανισμένες γαρίδες σε μουσταρδέλαιο, πραγματικά αξίζει).
Η Varkala είναι επίσης γνωστή για την εκμάθηση ή θεραπεία ayurveda, καθώς και για την διδασκαλία yoga. Κατά μήκος της μεγάλης παραλίας υψώνεται ένας πεζόδρομος, φτιαγμένος πάνω σε βράχους, ο οποίος είναι γεμάτος με εστιατόρια, μπαρ, πανάκριβα στην πλειοψηφία ξενοδοχεία και σχολές εκμάθησης των δύο αυτών αρχαίων επιστημών. Τελικά, αποφασίσαμε να ασχοληθούμε ξανά και πιο εντατικά, μόνο με την yoga. Παρακολουθήσαμε τρία συνολικά μαθήματα, ώστε να διαμορφώσουμε ένα πρόγραμμα, που θα μας ταίριαζε και συνεχίσαμε για αρκετό καιρό έπειτα, να εξασκούμαστε από μόνοι μας, καθημερινά.
Γενικά η Κεράλα αποτελεί μια από της πιο πλούσιες και ανεπτυγμένες περιοχές της Ινδίας, γεμάτη με ωραίες παραλίες, περιτριγυρισμένες από φοινικόδεντρα και μπανανιές, τρομακτικά εξελισσόμενη, όσον αφορά τον τουρισμό, αλλά και σε γενικότερο επίπεδο(ενδεικτικά αναφέρουμε, ότι η Kerala υπήρξε η πρώτη πολιτεία της Ινδίας, που εξέλεξε δημοκρατικά ,κομμουνιστική τοπική κυβέρνηση, πριν από κάποια χρόνια).
Ως φυσικό επακόλουθο της όλης ανάπτυξης, η ακρίβεια «χτυπάει κόκκινο» παντού. Συγκεκριμένα όλα τα τουριστικά μαγαζιά κατά μήκος της παραλίας έχουν εξωφρενικές τιμές, ενώ οι ιδιοκτήτες τους μας κοιτούσαν λίγο υποτιμητικά, καθώς ήταν προφανές, ότι δεν προερχόμαστε από την «υψηλή κάστα» των τουριστών. Από την άλλη μεριά, το βιοτικό επίπεδο, η κατάσταση των σπιτιών και η γνώση των αγγλικών είναι αρκετά καλύτερα από την υπόλοιπη Ινδία. Η ίδια η παραλία, τουλάχιστον κατά τη δική μας παραμονή εκεί, διατηρούνταν υπερβολικά καθαρή, και αυτό γιατί γυναίκες την καθάριζαν καθημερινά, από τα πολλά σκουπίδια, που αφήναν στο πέρασμά τους οι περαστικοί(φυσικά δεν νοείται άνδρας να κάνει τέτοιου είδους δουλειές ,στην Ινδία).
Τέλος, αξιοσημείωτη υπήρξε και η επίσκεψή μας σε μία χορευτική, παραδοσιακή, παράσταση, katakali dance. Πρόκειται για θρησκευτικό χορό – θέατρο με φρικιαστικά κουστούμια, μακιγιάζ και κίνηση, η οποία αφορά κυρίως το βλέμμα και λίγο το σώμα. Η θεματολογία αντλείται από ινδουιστικά κείμενα. Η συγκεκριμένη παράσταση, που παρακολουθήσαμε, υπήρξε κάπως κωμική, με κύριο θέμα την εξιστόρηση ενός συμβάντος, κατά το οποίο μια δαιμόνισσα, θέλοντας να κατακτήσει ένα νεαρό «ημίθεο» ή κάτι συναφές, μεταμορφώθηκε σε μία όμορφη κοπέλα και όταν δεν τον έπεισε ούτε έτσι τον έπιασε με την βία, αλλά αυτός ήταν γενναίος και δεν φοβήθηκε, παρά της έκοψε το ένα χέρι, στήθος και μύτη.
Τέλος, θα πρέπει να γίνει αναφορά και για τους, αρκετά αντιπαθείς στη πλειοψηφία τους, «Κεραλιώτες» και «Κεραλιώτισσες». Ζώντας οι περισσότεροι σχεδόν αποκλειστικά από τους τουρίστες, θα περίμενε κανείς, να έχουν τουλάχιστον έναν στοιχειώδη σεβασμό και ευγένεια απέναντί τους. Αντιθέτως όμως, όσο αφορά τη δική μας εμπειρία, υπήρξαν αρκετά περήφανοι και φανερά ιδιοτελώς ευγενικοί απέναντι στους… «κυριλέ» και πλούσιους τουρίστες.
Σίγουρα στην Κέραλα υπάρχουν διάφορα πιο παρθένα από τουρισμό μέρη που είναι δυνατόν να μελετήσει κανείς σε βάθος την θεραπευτική μέθοδο της ayrveda ή να χαρεί την εξωτική φύση χωρίς παρέα. Δυστυχώς, εμείς δεν είχαμε πολύ χρόνο και έτσι ο επόμενος προορισμός μας, πάντα στη πολιτεία της Κέραλα, ήταν το διάσημο και πολυσύχναστο Allepey, διάσημο για το δίκτυο καναλιών του και τις βόλτες σε αυτά, με πλοιάρια ποικίλου μεγέθους και ανέσεων.
Όταν φτάσαμε στο Allepey ήταν ακόμα Φεβρουάριος, αλλά η ζέστη ήταν ήδη ανυπόφορη. Σκοπεύαμε να καθίσουμε μόνο δυο μέρες, ίσα, ίσα, για να πάμε βόλτα στα κανάλια με την βάρκα. Εν συνεχεία σκοπεύαμε να ανεβούμε πιο βόρεια στην περιοχή Καρνάτακα. Δυστυχώς τα σχέδια μας άλλαξαν όταν πήγαμε να βγάλουμε εισιτήρια τραίνου, μιας και ο συντομότερος δυνατός τρόπος να φύγουμε, ήταν τρεις μέρες μετά, από το Kochi ή Ernakulum, μια κοντινή, μεγάλη σχετικά(4.5 εκατομμύρια), πόλη.
Οι επιπλέον μέρες πέρασαν με πολύ ιδρώτα τα μεσημέρια, περιμένοντας το απόγευμα να δροσίσει για να απολαύσουμε το υπέροχο και φτηνό φαί που είχαμε εντοπίσει σε ένα μαγαζί. Την κουζίνα της Κέραλα την λατρέψαμε. Φρέσκος τόνος, μαγειρεμένος σε λάδι καρύδας, μέσα σε φύλλο μπανάνας, σούπες με γάλα καρύδας και φυσικά άπειρες φρέσκες καρύδες, με μόλις 25 λεπτά του ευρώ. Η γευστική ωστόσο έκπληξη, που μας περίμενε, ήταν ωραιότατο μοσχαράκι κατσαρόλας με σάλτσα, για μόλις 30 ρουπίες(50 λεπτά) το πιάτο. Όπως είναι εύλογο, μετά από τέτοια πολύμηνη αποχή(ακόμα και στην Ταυλάνδη, αν εξαιρέσουμε την Bangkok, το βοδινό κρέας σπάνιζε αρκετά, ενώ όταν το έβρισκες, ήταν πολύ ακριβό), το συγκεκριμένο πιάτο καθιερώθηκε, ως καθημερινό πρωινό και μεσημεριανό μας.
Την μέρα που θα παίρναμε το βραδινό τραίνο για Gokarna, αποφασίσαμε να πάμε από νωρίς στο Kochi να κάνουμε βόλτα. Πήραμε λοιπόν κατά τις 11 το τοπικό λεωφορείο και μια συμπαθέστατη Ινδή, που καθόταν δίπλα στη Μέι Λί, μας έκανε να αλλάξουμε γνώμη για τους ντόπιους, αφού μας προσκάλεσε στο σπίτι της και στο γάμο της, τον οποίο δυστυχώς θα χάναμε αφού η βίζα μας θα είχε λήξει.
Φτάνοντας κατά τις πέντε το απόγευμα, το Ernakulum φάνταζε σαν μια άλλη ινδική μεγαλούπολη, υπερβολικά καθαρότερη ωστόσο (βρισκόμασταν στην Κέραλα!! Επιπλέον το συνηθισμένο παντού, κόπρανο της, ιερής για τους Ινδούς, αγελάδας, απουσίαζε παντελώς..), από τις αντίστοιχες μεγαλουπόλεις, στα υπόλοιπα states της Ινδίας. Έχοντας στη διάθεση μας περίπου 5 ώρες, ως την βραδινή αναχώρησή μας με τραίνο, για την Gokarna, αποφασίσαμε να περπατήσουμε στο κέντρο της πόλης.
Για άλλη μια φορά η κουζίνα της Κerala μας άφησε άφωνους, δοκιμάζοντας αλευρωμένες τηγανιτές πιπεριές τσίλι, ψιλοκομμένα και τηγανισμένα, φυσικά πατατάκια, υπέροχους και γινωμένους ανανάδες (εδώ πρέπει να ανοιχτεί μία παρένθεση και να ειπωθεί, ότι στην Ελλάδα, δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα, για το τι σημαίνει ανανάς, μιας και αυτοί, που κυκλοφορούν στην Ελλάδα, είναι χειρίστης ποιότητας), πεντανόστιμες κατακόκκινες μπανάνες(είναι κρίμα να μην υπάρχουν στην Ελλάδα) καθώς και.. πίτα γύρο κοτόπουλο!
Ο περίπατος συνεχίστηκε ως αργά το βράδυ, τραγουδώντας ανέμελα και χαζεύοντας την άγνωστη πόλη, όταν, μόλις μία ώρα πριν από την αναχώρησή μας, συνειδητοποιήσαμε, ότι… είχαμε ξεχάσει το laptop μας σε κάποιο ίντερνετ καφέ, που είχαμε επισκεφτεί το απόγευμα, αρκετά μακριά από τον σταθμό τραίνων!.. Μας κυρίευσε αρχικά πανικός, αλλά τελικά, μετά από σωστή και αποτελεσματική συνεργασία(mission impossible), καταφέραμε να το πάρουμε πίσω, πληρώνοντας βέβαια, το μηδαμινό ποσό, συγκριτικά με την αξία του laptop, των πεντακοσίων ρουπιών( εννέα περίπου ευρώ).
Τελικά, κατά τις έντεκα το βράδυ βρισκόμασταν ήδη στο τραίνο και αναχωρούσαμε για την Gokarna, έχοντας πάντα συνεπιβάτες τα χαριτωμένα ποντικάκια, να ροκανίζουν τα υπολείμματα του, δικού μας ή των άλλων, φαγητού.













Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

Bubhaneswar - Kanyakumari, ταξίδι προς το νότο

Κόντευε μεσημέρι, όταν το λεωφορείο μας άφηνε στο σταθμό, στο Bubhaneswar. H ζέστη και η, παντός είδους, δυσωδία, έκαναν την ατμόσφαιρα αποπνικτική, αναγκάζοντάς μας να κινηθούμε γρήγορα προς την ανεύρεση autorickshaw, το οποίο θα μας μετέφερε στο Nandankanan, το τεράστιο πάρκο, που είναι διάσημο, εκτός των άλλων, για τα πολλά είδη τεράστιων κροκοδείλων, που βρίσκονται έγκλειστοι στις, απαρχαιωμένες και εντελώς παρατημένες όπως αποδείχτηκε τελικά, εγκαταστάσεις του. Η διαδρομή ως εκεί, υπήρξε λιγάκι επεισοδιακή με αρκετές ανεπιθύμητες «στάσεις», μιας και το auto rickshaw μας, «βογκούσε» σαν ετοιμοθάνατος άρρωστος και η μηχανή του έσβηνε κάθε 5 λεπτά περίπου. Φτάνοντας λοιπόν μπροστά στην είσοδο, καταφέραμε να αποφύγουμε τους Ινδούς ξεναγούς, που προσφέρονταν να μας ξεναγήσουν με την νοηματική, αφού δεν γνώριζαν ούτε καν τα απαραίτητα αγγλικά, για να ολοκληρώσουν την προσφορά τους! Η τιμή του εισιτηρίου ήταν αρκετά φτηνή(100 ρουπίες), αλλά για άλλη μια φορά σκανδαλιστικά διαφορετική, από αυτή που ισχύει για τους Ινδούς επισκέπτες(10 ρουπίες).
Ήταν σίγουρο και αναμενόμενο, ότι οι εγκαταστάσεις του πάρκου δεν θα μας εντυπωσίαζαν. Η μεγάλη ωστόσο ποικιλία άγριων θηλαστικών και κυρίως ερπετών, που δεν είχαμε δει ποτέ μέχρι τότε, αντάμειψε με τον καλύτερο τρόπο την απόφασή μας, να πάμε εκεί.







Αυτό που δεν φαίνεται καθόλου από τις φωτογραφίες, αλλά σίγουρα είχε πρωταγωνιστικό ρόλο, ήταν η παρουσία πολλών ελεύθερων μαϊμούδων, οι οποίες διέσχιζαν με περίσσια άνεση οποιοδήποτε μέρος του πάρκου, καιροφυλακτώντας για ανυποψίαστους τουρίστες, που κουβαλούσαν κάποιο είδος τροφής, το οποίο θα μπορούσαν, να κλέψουν. Ο Κώστας λόγου χάρη αποφάσισε λανθασμένα και εντελώς αψυχολόγητα να δώσει μία μπανάνα σε μία περαστική μαϊμού, την οποία έβγαλε έξω από την τσάντα της Μέι Λί. Ε, για τα επόμενα δέκα-δεκαπέντε λεπτά, προσπαθούσε συνεχώς να την κρατήσει μακριά από την Μέι Λί και συγκεκριμένα την τσάντα της, την οποία είχε κυριολεκτικά «καρφώσει» με τα μάτια της. Τελικά βλέποντας, ότι είναι αδύνατο να αποσπάσει την προσοχή μας, έτσι ώστε να αρπάξει το σακίδιο, στάθηκε μπροστά μας, σχηματίζοντας μια απαίσια γκριμάτσα με το πρόσωπό της, έβγαλε μία απειλητική στριγγλιά, πανομοιότυπη με αυτή της γάτας, που απειλείται και εξαφανίστηκε, σκαρφαλώνοντας επιδεικτικά γρήγορα στο πρώτο δέντρο, που βρήκε μπροστά της. Στην συνέχεια της βόλτας μας στο πάρκο, συναντήσαμε μια άλλη μαιμού, που είχε «αράξει» σε ένα χαμηλό κλαδί και έτρωγε από ένα σακουλάκι με τσιπς( το οποίο προφανώς είχε κλέψει από κάποιον άτυχο και απρόσεχτο τουρίστα) , αργά , χαζέυοντας τον κόσμο, σαν να βρισκόταν σε σινεμά!
Το ίδιο βράδυ, βρισκόμασταν στις θέσεις- κρεβάτια μας και το τρένο αναχωρούσε, αφήνοντας πίσω την Orissa, με αρχικό προορισμό το Chennai, την πρωτεύουσα του Tamil nadu, ξανά τρένο για το Trivandrum, την πρωτεύουσα της Kerala, από όπου τελικά θα παίρναμε λεωφορείο για το Kanyakumari, το νοτιότερο σημείο της ηπειρωτικής Ινδίας. (αν ελέγξετε έναν χάρτη, θα διαπιστώσετε και εσείς, ότι μιλάμε για μία τεράστια, χιλιομετρικά, διαδρομή)
Το απόγευμα λοιπόν της επόμενης μέρας φτάναμε στο Chennai.Η γρήγορη βόλτα στη γύρω περιοχή, προς αναζήτηση φαγητού, μας άφησε με μέτριες εντυπώσεις, θυμίζοντάς μας ξανά τι εστί μεγαλούπολη στην Ινδία. Η ζέστη ήταν αφόρητη, για αυτό και επιλέξαμε να γευματίσουμε κάπου με air condition, ιδέα που αποδείχτηκε λάθος, μιας και κρυώσαμε λιγάκι και αναγκαστήκαμε να φύγουμε γρήγορα και να επιστρέψουμε στον σταθμό. Μία ώρα περίπου μετά, το δεύτερο τραίνο αναχωρούσε, με εμάς επιβάτες, για το Trivandrum.
To μεσημέρι λοιπόν της επομένης ήμασταν ήδη μες στο local(!!!) λεωφορείο για kanyakumari. Τόσους μήνες στην Ινδία, χρησιμοποιήσαμε πάρα πολλές φορές τα μέσα μαζικής μεταφοράς και ποτέ, μέχρι εκείνη τη μέρα τουλάχιστον, δεν γίναμε αυτόπτες μάρτυρες κάποιου τροχαίου, παρόλο που η οδήγηση στους δρόμους της Ινδίας, όπως έχει ήδη αναφερθεί πολλές φορές, είναι άκρως επικίνδυνη. Ε… έπρεπε κάποια στιγμή να συμβεί! Ευτυχώς δεν τρακάραμε οι ίδιοι(το δικό μας λεωφορείο δηλαδή), αλλά ένα άλλο λεωφορείο «κουτούλησε» στα ίσια ένα μεγάλο δέντρο, στην προσπάθειά του να μην συγκρουστεί μετωπικά, με ένα βανάκι, που είχε βγει στο αντίθετο ρεύμα για προσπέραση! Ευτυχώς δεν χτύπησε κανένας, η «μούρη» ωστόσο του λεωφορείου, τσαλακώθηκε άσχημα πάνω στο θεόρατο δέντρο. Ο δρόμος έκλεισε τουλάχιστον για μία ώρα, καθιστώντας μας ακίνητους σε μια μεγάλη ουρά αυτοκινήτων και φτάνοντάς μας στα όρια της κατάρρευσης από την κούραση.
Τελικά, συνολικά με δύο ώρες καθυστέρηση, κατά τις 6 το απόγευμα ο οδηγός του λεωφορείου έσβηνε τη μηχανή και μας άφηνε στο Kanyakumari. H αλήθεια είναι, ότι πέρα από την τοποθεσία (το Kanyakumari αποτελεί το σημείο, όπου τρεις μεγάλες θάλασσες, η αραβική, ο κόλπος της Βεγγάλης και ο ινδικός ωκεανός ενώνονται, δημιουργώντας μία «άγρια», πανέμορφη ακτή-δεν μπορείς να την πεις παραλία, γιατί είναι γεμάτη απόκρημνα βράχια, πάνω στα οποία σκάνε δυνατά αφρισμένα κύματα, από το κράμα νερού, των τριών θαλασσών-) και τις διαβεβαιώσεις των Ρώσων αδερφών, « It’s a very very very nice place..smatch!!.... as the freshness… to the ocean!», δεν είχαμε κάποιον ιδιαίτερο λόγο για την εκεί επίσκεψή μας.
Η αναζήτηση στέγης μας εξουθένωσε πάλι, μιας και ένας καινούριος παράγοντας έκανε δυναμική πρώτη εμφάνιση. Το να καταφέρεις στο Kanyakumari, να μπεις μόνος σε ένα guest house, χωρίς δηλαδή κάποιον Ινδό, που να σε έχει πάει εκεί, για να πάρει και ο ίδιος τη μίζα του από τον ξενοδόχο, είναι πάρα, μα πάρα, μα πάρα πολύ δύσκολο. Δεν προλάβαμε, να πατήσουμε το πόδι μας καλά, καλά, και οι προσφορές από περαστικούς Ινδούς για δωμάτια, έπεφταν βροχή, μην αφήνοντάς μας, να κινηθούμε από μόνοι μας, πουθενά. Οι τιμές, όπως είναι εύλογο ήταν υψηλές, αφού σε αυτές συμπεριλαμβανόταν και η αμοιβή του.. απρόσκλητου βοηθού. Στο τέλος καταλήξαμε, κάθε φορά που μπαίναμε κάπου, για να ρωτήσουμε, να διαβεβαιώνουμε τον ιδιοκτήτη, ότι δεν έχουμε καμία σχέση με όλους αυτούς, που στέκονταν πίσω μας και που του μιλούσαν στα, άγνωστα για εμάς, tamil. Αποκορύφωμα της όλης πορείας ήταν το γεγονός, κατά το οποίο η Μέι Λί, αγανακτισμένη από κάποιον, που πραγματικά δεν διατίθετο, να «ξεκολλήσει» με τίποτα, από το πλάι μας, έκλεισε τα μάτια της, σταύρωσε τα χέρια της μπροστά στο πρόσωπό της και άρχισε, γυρνώντας προς το μέρος του, να τον βρίζει ψιθυριστά, στα ελληνικά. Ο Ινδός σάστισε, ακούγοντας ακατάληπτους, για αυτόν ψίθυρους, ενώ η όψη της τον έκανε να φοβηθεί αρκετά και… έφυγε τρέχοντας, βρίζοντας, μακριά(έχουμε την εντύπωση, ότι θα πρέπει να νόμισε, πως η Μέι Λί του έκανε κάποιο είδος μαύρης μαγείας, κατάρας ή κάτι παρεμφερές)! Τελικά το δωμάτιο βρέθηκε και, αφού φάγαμε και κάναμε μπάνιο… παραδοθήκαμε ευτυχισμένοι στο ύπνο.
Οι λίγες μέρες μας στο Kanyakumari, υπήρξαν γεμάτες περίπατους στα στενά της πόλης, παρατηρώντας ένα παράδοξο κράμα χριστιανικής και ινδουιστικής αισθητικής, σε όλες τις εκφάνσεις, που μπορεί αυτό να έχει. Παράλληλα η κλασσική εναλλαγή των πολλών χρωμάτων, δοσμένη με ένα αρτιότατο φυσικά τρόπο, ήταν διάχυτη παντού.

Λίγα μόλις μέτρα μακριά από την ακτή στο Kanyakumari, βρίσκονται και δύο, από τα τρία σημαντικότερα, αν όχι τα μόνα, αξιοθέατα, που μπορεί να δει κάποιος επισκέπτης, το τεραστίων διαστάσεων(σαράντα κάτι μέτρα ύψος), άγαλμα-μνημείο του Tamil ποιητή Thiruvalluvar, καθώς και το vivekanda memorial, που στην ουσία πρόκειται για το βράχο, πάνω στον οποίο έκανε διαλογισμό για αρκετό καιρό, ο διάσημος Ινδός φιλόσοφος Swami Vivekanda. Δυστυχώς, ο μοναδικός τρόπος μεταφοράς εκεί εκτελείται από πλοιάρια (ο θεός να τα κάνει!), στα οποία το μοναδικό πράγμα, που φαίνεται ικανό, να λειτουργήσει επαρκώς σε περίπτωση κάποιου κινδύνου, είναι τα μεταχειρισμένα σωσίβια, που διαθέτουν. Επιπλέον, τουλάχιστον τον καιρό, που μείναμε εκεί, τα ίδια πλοιάρια αδυνατούσαν να μεταφέρουν με ικανοποιητική ταχύτητα, τις τεράστιες «ουρές» κόσμου, που σχηματίζονταν από τις πρώτες πρωινές ώρες και ως την δύση του ηλίου, ως επί το πλείστον αποτελούμενες από…. Ινδούς-Ινδουιστές τουρίστες, αφού δεν νοείται, να είσαι Ινδουιστής, που σέβεται τον εαυτό του, χωρίς να έχεις επισκεφτεί, τουλάχιστον μία φορά, το Kanyakumari και συγκεκριμένα τον ιερό ναό της Kumari, ο οποίος είναι και το τρίτο αξιοθέατο, που μπορεί να δει κανείς σε αυτή την ιερή πόλη.





Πρόκειται για έναν πελώριο hindu ναό, στον οποίο συρρέει καθημερινά πλήθος κόσμου(πάντα Ινδουιστές),για προσκύνημα και δωρεές και απώτερο σκοπό να ζητήσουν κάποια μεγάλη χάρη, κυριότατα νέες παντρεμένες γυναίκες, οι οποίες επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά, μιας και ο Kumari amman ναός είναι αφιερωμένος σε κάποια παρθένα θεότητα, που έκανε μπάνιο στην ακτή, στο Kayakumari.
Η δυνατότερη ωστόσο εμπειρία μας, κατά την περίοδο παραμονής εκεί, υπήρξε ο δεύτερος περίπατος (γιατί υπήρξε και πρώτος, αλλά όχι και τόσο πετυχημένος, μιας και ήταν η πρώτη ημέρα μας και αισθανθήκαμε άβολα, κάτω από τα επικριτικά και γεμάτα απορία βλέμματα, των ντόπιων κατοίκων – σίγουρα έπαιξε κάποιο ρόλο και η ινδική ενδυμασία που φόρεσε η Μέι Λί την δεύτερη φορά) στα «πραγματικά» στενά του Kanyakumari, μακριά από την τουριστική περιοχή και τα αξιοθέατα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο συνδυασμός των πολλών χρωμάτων, οπουδήποτε και αν κοιτάζαμε, δημιουργούσε φωτογραφικά κάδρα, παράδοξης μεν, απίστευτης δε ομορφιάς, τα οποία έλκυαν την προσοχή μας, συνεχώς και προς ποικίλες κατευθύνσεις. Γνωρίσαμε συμπαθητικότατες ινδικές οικογένειες, εκ των οποίων μία, μας προσκάλεσε μέσα στο μικρό και φτωχικό σπίτι της, όπου μας προσέφεραν ζεστό, φρέσκο, γάλα. Στη συνέχεια μας αποκάλυψαν, πως είναι χριστιανοί, σαν και εμάς και μας θεωρούν αδερφούς τους..!














































Ναι, κατά τη γνώμη μας δυστυχώς, ο χριστιανισμός έχει «απλώσει τα δίχτυα του» , πολλά χρόνια τώρα, στη νότια Ινδία και ιδιαίτερα στην kerala και στις, γύρω από αυτήν, πόλεις, όπως το Kanyakumari, παρόλο που το ίδιο υπάγεται στην πολιτεία του Tamil nadu, μία από τις πιο πουριτανικές και πατροπαράδοτες πολιτείες της Ινδίας. Όπως, εύλογα και εύκολα, θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς, όλο αυτό το διάστημα, επιμελώς προσπαθούν και πετυχαίνουν, να προσηλυτίζουν κόσμο, κυριότατα προερχόμενο από τα φτωχότερες και απαίδευτες, κοινωνικές τάξεις,(εύκολη «λεία») ελπίζοντας να «συμμορφώσουν» λιγάκι την Ινδία και συγκεκριμένα τους Ινδουιστές, σύμφωνα με τα δυτικά και, μερικώς ελεγχόμενα από αυτήν, πρότυπα, πάντα με την ασφαλή και «πεπατημένη» μέθοδο του προσηλυτισμού, δοσμένη βέβαια με, το γλυκό στην όψη, προσωπείο της αγάπης και της αγαθοεργίας( πραγματικά αηδιαστική, όπως πάντα άλλωστε, η χριστιανική εκκλησία…. μεγάλη «μπίζνα» λέμε!). Φυσικά το να γίνει κάποιος από ινδουιστής, χριστιανός ή και οτιδήποτε άλλο, έχει και κάποια θετικά, αφού αυτόματα αποποιείται το φρικτά ρατσιστικό σύστημα διάκρισης των καστών.
Αξιοσημείωτη υπήρξε τέλος και η εμπειρία του να παρακολουθήσουμε, για πρώτη φορά, μέχρι τότε, τους Ινδούς να παίρνουν το μπάνιο τους στην ακτή! Πέρα από το γεγονός, ότι βουτάνε στη θάλασσα, φορώντας όλα τα ρούχα τους κανονικά, το περισσότερο αξιοπερίεργο και ανεξήγητο ταυτόχρονα είναι, ότι μαζεύονται όλοι μαζί, σε ένα μόνο σημείο, αφήνοντας την υπόλοιπη «παραλία» άδεια, κυριολεκτικά!