Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011

Rishikesh - Γνωριμία με τον Γάγγη


Είχαν περάσει τουλάχιστον 2 εβδομάδες, όταν αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε, ότι το Vashisht λειτουργούσε τρόπω τινά σαν τη γη των λωτοφάγων. Όσο περισσότερο γευόμασταν τους αμέτρητους και διαφορετικούς «καρπούς» του, τόσο πιο πολύ δενόμασταν με αυτόν τον τόπο, ξεχνώντας εντελώς, ότι οι μέρες περνούσαν και ότι κάποια στιγμή θα έπρεπε να φύγουμε. Μετά λοιπόν από ακυρώσεις 3-4 ημερών για την εκάστοτε αυθημερόν αναχώρηση, το πρωί της επομένης ξυπνήσαμε αποφασισμένοι, να «σημάνουμε έξοδο». Ετοιμάσαμε τις βαλίτσες μας, χαιρετήσαμε τους καλούς φίλους μας και πήραμε ένα rickshaw για το manali, από όπου θα παίρναμε το λεωφορείο για το Rishikesh,την πανέμορφη πόλη , που διασχίζει ο ιερός ποταμός Γάγγης.
Το ταξίδι με το λεωφορείο φάνταζε τρομακτικό στη διάρκειά του(19 ώρες παρακαλώ!!),αλλά εμείς ήμασταν αρκετά αισιόδοξοι, μιας και η προηγούμενη διαδρομή ως το
manali, διάρκειας έντεκα ωρών, είχε αποδειχτεί άνετη και ευχάριστη… μεγάλο λάθος μας! Η «έφοδος» καλά μελετημένη, μας βρήκε απροετοίμαστους, κυριολεκτικά κοιμώμενους!
Ντυμένοι με άνεση λοιπόν πιάσαμε μια τριάδα θέσεων, στριμώξαμε τις βαλίτσες μας στη μία θέση και καθίσαμε στην άλλες δύο, όχι τόσο άνετα ομολογουμένως, αλλά σίγουρα ευτυχισμένοι που δεν αναγκαστήκαμε να βάλουμε τις βαλίτσες μας στην οροφή (το λεωφορείο ήταν σχεδόν άδειο, έτσι δεν ανησυχήσαμε ότι θα τρώγαμε τη θέση κάποιου άλλου), μιας και ο καιρός διαγραφόταν δυσοίωνος στον ορίζοντα. Η συνέχεια, ευκόλως εννοούμενη μιας και ήταν πρωί ακόμη,.»..παραδοθήκαμε στον ύπνο.
Αν θυμάμαι καλά, ανοίξαμε τα μάτια μας από φωνές περίπου δύο ώρες μετά, διαπιστώνοντας, ότι το λεωφορείο είχε παύσει να είναι πλέον εντελώς άδειο. Είχε ήδη πραγματοποιήσει στάσεις αγνώστου αριθμού και αρκετός νέος κόσμος βρισκόταν τοποθετημένος τώρα σε κάποια από τα προηγουμένως άδεια καθίσματα. Μια μαύρη σκέψη σύρθηκε αργά και βασανιστικά στο μυαλό μας, αφήνοντας πίσω της τα αποτυπώματα της επερχόμενης επαλήθευσης. Κρατούσαμε τρεις θέσεις …με δύο εισιτήρια!... Έβγαλα το κεφάλι μου έξω απ’ το παράθυρο και κοίταξα ψηλά τον ουρανό. Τα , όλο υποσχόμενα βροχή, σύννεφα είχαν εξαφανιστεί, παραδίδοντας τη θέση τους σε μια ολοφώτεινη και ηλιόλουστη μέρα….!.Ένιωσα τα νεύρα μου να θρυμματίζονται από το τέντωμα, αλλά προσπαθήσαμε να διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας, λέγοντας ο ένας στον άλλο «σιγά μωρέ..μπορεί και να μη γεμίσει, άσε που στην τελική μπορεί και να βρέξει»!..Τελικά ούτε έβρεξε ποτέ, μα κυρίως ούτε έμεινε το λεωφορείο για πολύ άδειο ακόμα. Οι τσάντες τοποθετηθήκαν κάτω από τα πόδια μας, η Τρίτη κενή θέση παραδόθηκε σε μια μητέρα με το μικρό μωρό στην αγκαλιά της,(το οποίο δεν σταμάτησε να κλωτσάει τη Μέι Λί ποτέ, είτε όταν κοιμόταν, είτε όταν ήταν ξύπνιο!) και το ταξίδι συνεχίστηκε έτσι για είκοσι περίπου ώρες (ναι!,..είχαμε και καθυστέρηση) ως το
haridwar με μας να καθόμαστε πάνω στους σάκους μας σε στάση φακίρη και το λεωφορείο να φορτώνει περιοδικά ακόμα περισσότερο, όρθιο πλέον κόσμο. Πραγματοποίησε αρκετές στάσεις , αλλά αφού αποπειραθήκαμε δύο φορές να περάσουμε πάνω από καθίσματα και ανθρώπινα σώματα και κεφάλια, για να καπνίσουμε,(κάτι τέτοιες στιγμές είναι, που σκέφτομαι, να το κόψω)αποφασίσαμε να καθίσουμε και να προστατέψουμε τις θέσεις μας ως «κόρη οφθαλμού», αφού ήταν ξεκάθαρο, ότι αν άφηνες το κάθισμα σου, έστω και για λίγο, τίποτα, μα τίποτα δεν ήταν σίγουρο… Η οδήγηση επίσης μας άφησε άφωνους,(το ίδιο και τους υπόλοιπους επιβάτες, ινδούς η μη,!),με το να βλέπουμε τον οδηγό του λεωφορείου να νομίζει, ότι πραγματοποιείται κάποιο είδος αγώνα δρόμου, στο οποίο πρέπει να κερδίσει πάση θυσία και για αυτό το λόγο να τρέχει και να κορνάρει (οκ, αυτό είναι σύνηθες) κυριευμένος από μανία και εμείς κάθε 10 λεπτά να τιναζόμαστε κάπου 10 πόντους. Χαρακτηριστικό ήτανε δε ότι η μαμά δίπλα μου κρατούσε με το ένα χέρι το μωρό και με το άλλο αντίσταση να μην σκάσουν στο μπροστινό κάθισμα σε κάποιο «απαλό» φρενάρισμα.
Κατεβαίνοντας ξημερώματα στο
Haridwar, η δυσοσμία στο σταθμό «έκανε πάρτυ» , αλλά εμείς πλέον, μπορώντας να τεντώσουμε τα άκρα μας ανενόχλητοι, ήμασταν ευτυχισμένοι που το μαρτύριο είχε τελειώσει και μπήκαμε γρήγορα σε ένα τοπικό λεωφορείο για rishikesh.
Δεν ξέρω τι έχετε ακούσει εσείς για το Γάγγη αλήθεια είναι, ότι τουλάχιστον εμείς τον είχαμε στο μυαλό μας σαν ένα υπερβολικά βρώμικο(αν δεν είναι ήδη γνωστό, σε αυτόν τον ποταμό, καίνε τους νεκρούς τους οι ινδουιστές ) ποταμό, που για κάποιο παράξενο λόγο είναι ιερός στους Ινδούς. Και όταν λέμε ιερός,..εννοούμε ιερός και απλησίαστος από κάθε μικρόβιο και βακτήριο…!!(κατά την εβδομαδιαία παραμονή μας εκεί ,ήμασταν αυτόπτες μάρτυρες τουλάχιστον τριών γεγονότων, στα οποία κάποιος ή κάποια έπινε νερό από τις όχθες του ποταμού)Κι όμως είναι πραγματικά πανέμορφος!!!Ουσιαστικά όλο το
Rishikesh βρίσκεται τοποθετημένο κατά μήκος του Γάγγη δεξιά και αριστερά του. Δεν δείχνει καθόλου βρώμικος, ενώ όπως ήδη αναφέρθηκε, για τους ινδούς είναι ό, τι πιο καθαρό μπορεί να υπάρξει.
Ψάχνοντας για δωμάτια γνωρίσαμε και τον
Anton, έναν ρώσο που έμελε να μας συντροφεύσει και στους δύο επόμενους σταθμούς μας, στην Agra και στο Puskar. Όντας έμπειρος μας βρήκε δωμάτιο στο guest house που έμενε ο ίδιος, με θέα τον Γάγγη, σε πολύ καλή τιμή(150 ρουπίες ή 2,5 ευρώ. Να σημειωθεί, ότι το όλο bargain έγινε από τον ίδιο).Επακόλουθο αυτής της συγκατοίκησης, ήταν να κάνουμε αρκετή παρέα, πολλές φορές ακόμα και χωρίς να το θέλουμε και να ταξιδέψουμε μαζί μέχρι και το Puskar.
Γενικά το
rishikesh ήταν μια πολύ όμορφη πόλη με το Γάγγη να δεσπόζει σαν εικόνα στο μυαλό μας, που, αν και αρκετά τουριστική,(πρόκειται επίσης και για την «πρωτεύουσα» της γιόγκα. Οπότε πλήθος κόσμου από όλα κράτη συρρέει καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους) διατηρούσε ακόμα τη δική της προσωπικότητα, το δικό της «χρώμα». Επισκεφτήκαμε αρκετούς ινδουιστικούς ναούς, παρακολουθήσαμε μαθήματα –συζητήσεις γιόγκα,(διεξαγόταν παράλληλα ένα ετήσιο διεθνές festival με μουσική και διαλέξεις γύρω από τη γιόγκα),κάναμε «σκληρό» περίπατο στα βουνά ανακαλύπτοντας διάφορους παραπόταμους που κατέληγαν στον Γάγγη, καθώς και απομονωμένους οικισμούς και οικογένειες. Σημειωτέον σε αυτόν τον περίπατο 2.5 ώρες μας οδήγησε ο Άντον που είχε ξανανέβει, ένα απόγευμα που μόλις είχε φτάσει στο Rishikesh από το Haridwar με τα πόδια (κάπου 12 ώρες περπάτημα – ήταν περίπτωση ο Άντον)!!! Είδαμε δεκάδες μαϊμούδες να περιφέρονται ανενόχλητες και να δέχονται ή και να κλέβουν το φαγητό από τους τουρίστες! Βοηθήσαμε ένα baba αγοράζοντας του φαγητό και νερό. (μεγάλο κεφάλαιο οι baba στην Ινδία.. ,σε γενικές γραμμές πρόκειται για σοφούς ανθρώπους, που έχουν απαρνηθεί την υλική ζωή και περιφέρονται παντού κηρύττοντας για την πραγματική ευτυχία. Το θέμα είναι, ότι η συντριπτική πλειοψηφία τους αποτελείται από απατεώνες, οι οποίοι γνωρίζουν καλά τα καλά της υλικής ζωής). Τέλος περάσαμε πολύ όμορφα βράδια στο «ganga river»,γνωρίζοντας αρκετό κόσμο και παίζοντας karambola,το μπιλιάρδο των φτωχών, όπως μάθαμε στη συνέχεια. Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τα ηλιοβασιλέματα, που είδαμε και τον σταθερό, ήρεμο, συνεχή ήχο του ποταμού, που σε νανούριζε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο…






Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

Manali, το βουνό του Σίβα

Χωρίς καλά καλά να το συνειδητοποιήσουμε καθίσαμε στο ΜC leoadganj περίπου 20 μέρες. Μετά από πολύ σκέψη για το αν πρέπει να μείνουμε άλλο στην περιοχή Himachal Pradesh, αποφασίσαμε να πάμε στο Manali. Πρόκειται για ιερό βουνό, όπου σύμφωνα με την παράδοση του Ινδουισμού έκατσε ο υπέρτατος δημιουργός Σίβα να ξεκουραστεί μετά την κοσμογονία, η οποία θα πρέπει να τον κούρασε αρκετά, αν κρίνει κανείς το γεγονός, ότι εκτός απ’ το να καθίσει, κάπνισε επίσης και αρκετά chillum ή τσελέμια αν προτιμάτε, για να ηρεμήσει.(..είδατε ο Shiva??) . Η αρχική σκέψη ήταν μονο για 2-3 μέρες…το τελικό πόρισμα όμως για άλλη μια φορά μας έβγαλε εκτός προγράμματος, και μείναμε 2 εβδομάδες σε ένα παραδεισένιο μέρος

Φτάνοντας στο
manali με το λεωφορείο, το τοπίο γύρω μας είχε αλλάξει εντελώς. Ήμασταν ξανά περικυκλωμένοι από τις βουνοκορυφές των Ιμαλάϊων, ο αέρας μύριζε δροσιστικά και όμορφα και ο ουρανός ήταν καταγάλανος. Αποφασίσαμε να μην μείνουμε στο manali, αλλά να πάμε λίγο πιο ψηλά, σε ένα πανέμορφο χωριό, στο Vashisht.
Όπως αποδείχτηκε τελικά(βάσει προσωπικής εμπειρίας) η καλύτερη εποχή να πας στο
Manali είναι τότε, τέλη Οκτώβρη, όπου τελειώνει η τουριστική σεζόν, αλλά ο καιρός είναι ακόμα υπέροχος, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της μέρας. Πραγματικά εντυπωσιαστήκαμε από το πόσο ζεστά και ηλιόλουστα ήταν.(Μη ξεχνάτε ότι το vashisht βρισκόταν σε υψόμετρο 2200 μέτρα!)βέβαια, 2 ή 3 λεπτά μετά τη φαινομενική δύση του ήλιου (ο ήλιος χανόταν πίσω απ’ τις κορυφές των βουνών κάθε μέρα γύρω στις 4 το απόγευμα)και μέχρι την επόμενη ανατολή, άρχιζε να κάνει αρκετό έως πολύ κρύο… δεν ήταν για να κυκλοφορείς έξω.
Τις 4 πρώτες μέρες μείναμε σε ένα πολύ όμορφο δωμάτιο με δικό του μπαλκόνι και υπέροχη θέα στα βουνά….. Λάθος μας! Το συγκεκριμένο δωμάτιο το έβλεπε ο ήλιος κάθε μέρα στις 10.30,οπότε ξύπναγες κατά τις 8 το πολύ, τουρτουρίζοντας απ’ το κρύο και έτρεχες στο απέναντι
guest house ,που το έβλεπε ο ήλιος, για να πάρεις πρωινό! Είπαμε είχε καλοκαίρι, αρκεί να καθόσουνα κάτω από τον ήλιο, διαφορετικά ,……ΚΡΥΟ! Όπως ήταν λογικό μετακομίσαμε στο απέναντι guest house,το Blue heaven.Μπορεί να μην είχαμε μπαλκόνι, αλλά το δωμάτιο μας είχε γυάλινους διαφανείς τοίχους, από όπου έβλεπες επίσης τα βουνά, αλλα ταυτόχρονα ο ήλιος σε ζέσταινε κατά τη διάρκεια όλης της ημέρας και απ ‘ την ώρα της ανατολής …απλά τέλειο.
Οι ιδιοκτήτες του ήταν μια οικογένεια ινδών, παρά πολύ συμπαθητικοί, άκρως εξυπηρετικοί και πάνω από όλα πρόσχαροι με μια στάση απέναντι μας που μόνο τουρίστα δεν σε έκανε να αισθάνεσαι. Το
blue heaven λοιπόν έγινε το δεύτερο σπίτι μας, και στο “sitting hall” του, όπως οι ίδιοι το ονόμαζαν, περνάγαμε την περισσότερη ώρα μας ,όταν δεν ήμασταν έξω περίπατο δηλαδή, στα πολλά και απίθανα μέρη που είχε το vashisht.(ποτάμια, καταρράκτες, δάση, ναοι… πραγματικά είχε απίστευτη ομορφιά σαν μέρος! Από ότι μάθαμε ακόμα πιο εκπληκτικά είναι αν ανέβεις πιο βόρεια στην περιοχή Ladakh όπου είναι έρημος με βουνά τριγύρω στα 3500 μέτρα, αλλά το πέρασμα για να πας είναι ανοικτό και βατό μόνο το καλοκαίρι…. Την επόμενη φορά λοιπόν!)


Σε ένα τέτοιο απίστευτα όμορφο μέρος λοιπόν, το ίδιο απίστευτα πρόσχαρα, ενδιαφέροντα άτομα γνωρίσαμε, Ινδούς ή μη. Όσο μαγευτικό και να είναι το τοπίο συνήθως κολλάς σε ένα μέρος από τους ανθρώπους που γνωρίζεις, για αυτό και θα επισημάνουμε κάποιες προσωπικότητες.. .ορόσημο.

Ξεκινάμε λοιπόν με την βασικότερη προσωπικότητα του Βασίστ:


Dolot: Απροσδιορίστου ηλικίας Ινδός, κατά βάση ράφτης,με επεκτάσεις στο εμπόριο και….. στο λαθρεμπόριο.


Άνθρωπος χαρούμενος , φιλικότατος και πάνω από όλα χαλαρός(shanty,shanty όπως λένε και οι Ινδοί).Τα αγγλικά του λιτά, ημικατανοητά και η φιλοσοφία του για τη ζωή απορρέει από τα ιδια του τα λόγια “to live is to do! I do what I do and I am what I am! No jealousy! No too much bla bla”. H μόνη ένσταση έγκειται στο γεγονός, ότι όσον αφορά τη σύζυγό του, οι φιλελεύθερες αντιλήψεις ήταν αρκετά περιορισμένες, αν όχι παντελώς απούσες. Περάσαμε μαζί πολλές νύχτες πίνοντας green label(πρόκειται για ινδικό ουίσκι, καμιά σχέση με το johny walker!)και «λατρεύοντας τον Shiva»!



Παράλληλα με τον Ντόλοτ γνωρίσαμε και τον Τσέρυ, έναν έγχρωμο Γάλλο, που ταξιδεύει χρόνια στην Ινδία και ειδικότερα στη περιοχή
himachal Pradesh,εξίσου φιλικό και χαλαρό.
Οι τέσσερις μας δεθήκαμε αρκετά, και με τη συνοδεία αλκοόλ και παρελκόμενων, αναλώσαμε πολλές ώρες σε ενδιαφέρουσες συζητήσεις. Την παρέα, συμπλήρωναν κάθε βράδυ, διάφοροι επισκέπτες στο
blue heaven,Ινδοί ή άλλων εθνικοτήτων ταξιδιώτες, κάτοικοι κ.α. Ενώ βρισκόμασταν σε μη τουριστική σεζόν, φαινόταν να γνωρίζουν πολλοί το «μυστικό» αυτό πανέμορφο τόπο. Οι περισσότεροι δε βρίσκονταν εκεί τουλάχιστον για δεύτερη φορά.
Σαγηνευμένοι λοιπόν «αποκοιμηθήκαμε» στην αγκαλιά των βουνών για20 σχεδον μέρες..