Τρίτη 26 Απριλίου 2011

«Welcome to Puri sir… welcome to Puri»!

Στα τρένα της Ινδίας, ανά επιμελώς τακτά χρονικά διαστήματα, περνάν υπάλληλοι του τρένου ή ελεύθεροι ιδιώτες (οι δεύτεροι μόνο, όταν το τραίνο πραγματοποιεί στάσεις), οι οποίοι εμπορεύονται ποικιλία τροφίμων και ποτών, αλλά κυριότατα τσάι και χειρίστης ποιότητας nescaffe με γάλα (ουσιαστικά πρόκειται για γάλα με ζάχαρη και στίγματα κόκκων καφέ!). Όλοι αυτοί λοιπόν, έχουν αποκτήσει με την πάροδο του χρόνου πανομοιότυπη χροιά φωνής, η οποία κυριολεκτικά στοιχειώνει καθημερινά τους διαδρόμους των τρένων στην Ινδία! Σε διάρκεια λιγότερη των δέκα δευτερολέπτων, επαναλαμβάνουν, χωρίς ανάσα, την λέξη chai ή τη λέξη coffe, τουλάχιστον 20 φορές, πάντα με το «πρωτόκολλο» της ίδιας φωνής!
Από τους ήχους αυτών των φωνών, ξυπνήσαμε και εμείς τα ξημερώματα της επόμενης μέρας, περίπου στις έξι, έξι και μισή και κοιτάξαμε έξω από το παράθυρο, αναζητώντας το φως του ήλιου, ο οποίος, κρυμμένος πίσω από το παχύ στρώμα ομίχλης, που κάλυπτε την ατμόσφαιρα, αδυνατούσε, τουλάχιστον μέχρι εκείνη τη στιγμή, να «τρυπήσει» το απέραντο και πυκνό λευκό, που μας χώριζε από αυτόν. Τελικά όμως η ομίχλη άρχισε να υποχωρεί σιγά, σιγά και να μας αποκαλύπτει ένα εντελώς διαφορετικό, μέχρι τότε, τοπίο, αποτελούμενο από απέραντες πεδιάδες, γεμάτες μπανανιές και άλλες καλλιέργειες, καθώς και πυκνά φοινικοδάση με φοίνικες γεμάτους από ώριμες ή φρέσκες, ζουμερές καρύδες (στην Ταϊλάνδη, οι φοίνικες πολλοί, μα οι περισσότεροι άδειοι από καρπούς, γιατί οι Ταϊλανδοί, φρόντιζαν, ανά περιοδικά χρονικά διαστήματα, να τις κατεβάζουν, είτε μόνοι τους, είτε με τη βοήθεια σκλάβων-μαϊμούδων).




Οι Ρώσοι που γνωρίσαμε, όντας πολύ φιλικοί και πρόσχαροι, προσφέρθηκαν να μας βοηθήσουν, όσον αφορά τη διαμονή μας στο Puri, εφόσον οι ίδιοι ήταν «παλιές καραβάνες» του μέρους, έχοντας περάσει παλιότερα μεγάλα χρονικά διαστήματα εκεί.
Κατεβαίνοντας στο σταθμό των τρένων, πλήθος οδηγών pedal rickshaw προσφέρθηκε να μας μεταφέρει στο Puri 2, την τουριστική και γεμάτη guest houses, περιοχή. Δεν χρειάστηκε να κουνήσουμε, ούτε το μικρό μας δαχτυλάκι, αφού οι αδερφοί Ρώσοι, μας φρόντισαν σαν μικρούς τους αδερφούς, βρίσκοντας rickshaw, παζαρεύοντας για την τιμή (κάτι, που το περιμέναμε ούτως η άλλως, αφού η εμπειρία μας στην παρέα με τους ρώσους έδειξε, ότι είναι αμείλικτοι διαπραγματευτές) και τοποθετώντας μας στα καθίσματα. Πραγματικά εντυπωσιαστήκαμε από τη στάση τους. Οι ίδιοι μας δήλωσαν, πως από εκείνη τη στιγμή και πέρα, θα μας θεωρούσαν αδέρφια τους. «you….me…. brother and sister!!», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε με τα, ρωσικής προφοράς, κάκιστα σε γραμματική και σύνταξη, αγγλικά, ο μεγαλύτερος από τους δύο, σε διάφορες φάσεις, καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής μας στο Puri. Μας προσκάλεσαν στο συμπαθητικό guest house, όπου θα έμεναν και οι ίδιοι και γενικότερα υπήρξαν καταλυτικοί αρωγοί, τόσο στην άφιξη, όσο και σε όλη τη διάρκεια παραμονής μας εκεί. Τελικά αποφασίσαμε, να μείνουμε μία μέρα μαζί τους και παράλληλα να ψάξουμε για ένα καλύτερο, ακριβό για το budget μας, δωμάτιο, στο οποίο σκοπεύαμε να γιορτάσουμε, στα δυτικά πρότυπα, τα γενέθλια του Κώστα, που ήταν την επόμενη μέρα.
Η «ξενάγησή» μας, από τους Ρώσους, συνεχίστηκε, με το να μας πηγαίνουν στο peace coffee restaurant, ένα συμπαθέστατο μαγαζάκι, με πολύ καλές τιμές και αρκετά καλό και καθαρό φαγητό, αλλά δυστυχώς πάντα γεμάτο από κόσμο και συγκεκριμένα από τουρίστες, γεγονός που απαιτούσε την υπομονή σου, στο να εξυπηρετηθείς, πολλές φορές παραπάνω από μιάμιση ώρα..! Αφού πήραμε πρωινό, ανανεώσαμε το ραντεβού μας για δείπνο το ίδιο βράδυ στο ίδιο μέρος, και «απλωθήκαμε» στα στενά του Puri, αναζητώντας ένα, σαφώς ακριβότερο και.. ευρωπαϊκών προδιαγραφών, δωμάτιο.
Έχοντας λοιπόν, για πρώτη φορά, θέσει τα standards τόσο «ψηλά», ξεκινήσαμε έναν μαραθώνιο έρευνας, κοιτώντας περισσότερα από 20 διαφορετικά guest houses(πραγματικά «οργώσαμε» την περιοχή), αδυνατώντας όμως, να βρούμε το ιδανικό μέρος, στην ιδανική τιμή. Τελικά ενδώσαμε στον πειρασμό, να κλείσουμε για την επόμενη μέρα το ακριβότερο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, που διέθετε plasma t.v, ηλεκτρικό θερμοσίφωνο, air condition, μεγάλη μπανιέρα(ειδικά αυτό μας εξέπληξε, γιατί ήταν η πρώτη και τελευταία φορά, που συναντήσαμε κάτι τέτοιο!!), μπαλκόνι με θέα στον ωκεανό ( το Puri τοποθετείται ανατολικά, στις ακτές του κόλπου της Βεγγάλης, ο οποίος ενώνεται με τον ινδικό ωκεανό) και τοίχους ζωγραφισμένους με Polloc αισθητική, στην τιμή των 2000 ρουπίων (35 ευρώ περίπου), κατόπιν εντατικού και επίμονου bargaining. Φυσικά παρόλη την χλιδή, το ξενοδοχείο δεν κατάφερνε να αποκρύψει πλήρως την αληθινή Ινδία αφού η θέα στον ωκεανό συμπεριελάμβανε πλήθος σκουπιδιών. Το ίδιο βράδυ, είχαμε ένα αξέχαστο δείπνο, με τους Ρώσους «αδερφούς» μας να ζαλίζονται λιγάκι από την κατανάλωση αλκοόλ και να δίνουν ρεσιτάλ κωμικοτραγικότητας, τραγουδώντας παραδοσιακά ινδικά τραγούδια και λέγοντας «αμπελοφιλοσοφίες», με χρήση κατακρεουργημένων αγγλικών με βαριά ρωσική προφορά, όπως: «me, as the freshness…to the ocean» ή το κλασσικό πλέον για εμάς « it’s a very very very nice…….smatch( πρόκειται για τον ήχο, που έκανε φιλώντας δυνατά, δαγκώνοντας ουσιαστικά τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού!).
Η επόμενη μέρα, όπως ήταν φυσικό και επόμενο, μας βρήκε να γιορτάζουμε μέσα στην σουίτα μας, πίνοντας ένα απαίσιο ινδικό κρασί, παραδιδόμενοι άνευ όρων στις ανέσεις, που αυτή μας προσέφερε. Αρνηθήκαμε να προβούμε στην παραμικρή ενέργεια, παραγγέλνοντας ακόμα και φαγητό στο δωμάτιο, απόφαση, που την πληρώσαμε πολύ ακριβά, αφού η γαστρεντερίτιδα μας «τσάκισε» για πολλοστή φορά, καθιστώντας μας αδύναμους για τις επόμενες 4-5 μέρες. Παρόλα αυτά, η μέρα υπήρξε άκρως χαλαρωτική και ανανεωτική και για τους δυο, με την μπανιέρα και την, απίστευτης άνεσης, τουαλέτα, να έχουν τον ρόλο του πρωταγωνιστή!
Πολύ νωρίς το πρωί της επομένης, περίπου στις 8 παρά, ήμασταν ήδη στους άδειους δρόμους του Puri, αναζητώντας νέα στέγη, να μας φιλοξενήσει, μιας και το check out στην συντριπτική πλειοψηφία των guest houses στο Puri ήταν μόλις στις οκτώ, το πρωί!!(κάποια ελάχιστα έχουν στις εννέα, ενώ ένα μόνο, στο οποίο μείναμε κιόλας τελικά, είχε στις δέκα)
Μία από τις πιο όμορφες φωτογραφικές σκηνές, που έχουμε στο μυαλό μας, για το Puri, έλαβε χώρα, την ώρα, που ψάχναμε για καινούριο δωμάτιο. Μέσα στον άδειο και γεμάτο υγρασία δρόμο, εφόσον ο ήλιος βρισκόταν ήδη ψηλά, αλλά αδυνατούσε να διαλύσει την ομίχλη, που κάλυπτε την ατμόσφαιρα,(ήταν αδύνατο να διακρίνεις το μπλε του ουρανού), μας πλησίασε ένας νεαρός Ινδός. Στάθηκε απέναντί μας, μας κοίταξε με ένα αλλόκοτο βλέμμα θαυμασμού και, σφίγγοντας δυνατά τη γροθιά του, με ένα ειρηνικό χαμόγελο, γύρισε και μας είπε: «welcome to Puri sir,… welcome to Puri», νομίζοντας προφανώς, ότι μόλις είχαμε φτάσει, αφού τα backpacks μας «έκαναν μπαμ», κάνοντάς μας να φαινόμαστε καινούριοι επισκέπτες. Λίγα λεπτά αργότερα, αφήσαμε τα συμπράγκαλά μας στο καινούριο μας δωμάτιο, μέσα στα μικρά στενά της πόλης και πολύ κοντά στην παραλία. Από την γραφική ταράτσα, που διέθετε μπορούσαμε να αγναντεύουμε το απέραντο μπλε του ωκεανού, ο οποίος κυριολεκτικά αγκάλιαζε τα μικρά σπίτια του Puri. Σε ένα ενδεχόμενο τσουνάμι, είναι βέβαιο, ότι η θάλασσα θα «κατάπινε» το Puri,τουλάχιστον τα παράλιά του, σε λιγότερο από 3 λεπτά, μη προλαβαίνοντας κανένας να κάνει τίποτα.
Η πραγματικότητα είναι, ότι το 2004 περίμεναν να έρθει κάποιο, το οποίο είχε ξεκινήσει από κάπου αλλού και είχε ήδη πλήξει τα δυτικά νησιά της Ταυλάνδης , αλλά τελικά το κακό αποφεύχθηκε, αφού τελικά δεν έφτασε στο Puri ποτέ. Οι κάτοικοί του ακόμα πιστεύουν, ότι ο Shiva, στον οποίο είναι αφιερωμένη η ιερή πόλη Puri, έδιωξε το κύμα μακριά, πράγμα ωστόσο, που αρκετά χρόνια νωρίτερα, αρνήθηκε να κάνει, αφήνοντας το τσουνάμι να καταστρέψει την παραλιακή πλευρά στο Puri, και να πάρει μαζί του αρκετές ανθρώπινες ζωές. Ως έκφραση αφοσίωσης σε αυτόν επιπλέον, το Puri αποτελεί η μοναδική πόλη της Ινδίας, όπου η κατανάλωση, καλλιέργεια ή οποιαδήποτε άλλη χρήση, κάνναβης, είναι νόμιμη και ανεκτή σε όλα τα επίπεδα(μπορείς να καπνίσεις παντού! Εξ’ ου και η μαζική προσέλευση των hippies, τα προηγούμενα χρόνια).
Οι Ρώσοι λοιπόν υπήρξαν οι «κινητήριοι μοχλοί», όσον αφορά την ξενάγησή μας στο Puri. Μαζί τους νοικιάσαμε ποδήλατα (ναι! Οδήγησε και η Μέι Λί δικό της ποδήλατο και σε χωματόδρομους, αλλά και στους γεμάτους κίνηση, από ποικίλα οχήματα και ζώα, ινδικούς δρόμους) και πραγματοποιήσαμε αξέχαστες εκδρομές σε ερημικές παραλίες, τοποθετημένες σε δύσκολα να βρεθούν, μα γνωστά για αυτούς, μέρη. Υπήρξαμε αυτόπτες μάρτυρες ενός θλιβερού συμβάντος, κατά το οποίο αντικρίσαμε τις σορούς εκατοντάδων, χωρίς υπερβολή, θαλάσσιων χελωνών, τις οποίες είχε ξεβράσει ο ωκεανός στις ακτές του κόλπου, κατά μήκος πολλών χιλιομέτρων. Οι σοροί αυτοί συνοδεύονταν από πτώματα μικρών ψαριών. Μία μεγάλη μόλυνση ίσως? Τίποτα δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά, εκτός από το ό, τι για άλλη μια φορά συνειδητοποιήσαμε, πως ο άνθρωπος είναι ορκισμένος εχθρός και η μεγαλύτερη απειλή, του πλανήτη μας.





Με τους ίδιους πάντα ξεναγούς, πραγματοποιήσαμε και την πρώτη επίσκεψή μας στο κέντρο του Puri, μακριά από την τουριστική περιοχή, όπου θυμηθήκαμε την «μαύρη» γοητεία των ινδικών πόλεων. Βρώμα, βρωμιά και βρομερότητα παντού, με πλήθος κόσμου να πηγαινοέρχεται ανάμεσα σε σκουπίδια και περιττώματα αγελάδας, οι οποίες να εμποδίζουν αισθητά την γενικότερη κυκλοφορία, αφού ξάπλωναν, οπουδήποτε αυτές θεωρούσαν βολικό, αδιαφορώντας για το τι συνέβαινε γύρω τους, κοιτώντας τον κόσμο με το γνωστό, ήρεμο, «αγελαδίσιο» βλέμμα. Επισκεφθήκαμε τις εισόδους μόνο, δυστυχώς, των πολλών ινδουιστικών ναών, μιας και η εισχώρηση στα ενδότερα , απαγορεύεται ρητά, σε μη Ινδούς ή μη ινδουιστές.

…βουρ στο φαγητό!...Και τι φαγητό!






Από αριστερά ο Παβίτρα ,και δεύτερος ο Σουρές, ενώ στο φόντο το κέντρο της πόλης


Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι ανατολές του ηλίου στο Puri, τουλάχιστον κατά τη δική μας παραμονή εκεί, ήταν πάντα καλυμμένες από στρώματα ομίχλης, καθιστώντας αδύνατη τη θέασή του. Η ατμόσφαιρα ωστόσο και το όλο τοπίο μας αντάμειψε επάξια, όντας πραγματικά μαγευτικά


Περιμένοντας την ανατολή!

Γυναίκες μας ετοιμάζουν το απαραίτητο «chai masala»


Ψαράδες ετοιμάζουν δίχτυα, ενώ ο ήλιος όντας ήδη ψηλά στον ουρανό, μόλις που διακρίνεται πίσω από την ομίχλη!

Αξιοσημείωτο υπήρξε και το τραπέζι, που μας έκαναν οι δύο αδερφοί, μαγειρεύοντας με γκάζι στο δωμάτιο τους φρέσκο τόνο ημέρας, φερμένο απευθείας δίπλα από τον ωκεανό και αγορασμένο από ντόπιους ψαράδες. Το γεύμα αυτό υπήρξε αφορμή, ώστε να ανοίξει ένα νέο, μεγάλο και ανεξερεύνητο κεφάλαιο, αυτό της αδρής κατανάλωσης ψαριού, κυριότατα τόνου, που αφθονεί στις πολιτείες της ανατολικής και νότιας Ινδίας, όπως οι ίδιοι διαπιστώσαμε.
Τις τελευταίες μέρες αποφασίσαμε, να κινητοποιηθούμε περισσότερο μόνοι μας, τόσο γιατί δεν θέλαμε να «πρήζουμε» συνεχώς τους δύο αδερφούς, όσο και γιατί θέλαμε να δούμε πράγματα, που οι ίδιοι είχανε δει αρκετές φορές. Νοικιάσαμε λοιπόν οι δυο μας μηχανάκι(ναι, δεν κωλώνουμε πουθενά, ούτε στην Ινδία!) και βάλαμε στόχο τον ναό του ήλιου,(sun temple), ένα από τα σημαντικότερα μνημεία, ανεκτίμητης πραγματικά αξίας , της Ινδίας. Πρόκειται για ένα επιβλητικότατο ναό, ηλικίας περίπου 800 ετών, αφιερωμένο στην θεότητα του ηλίου για τους ινδουιστές, τον Surya. Κατά πάσα πιθανότητα, έχει χτιστεί από τον τότε βασιλιά της Orissa, Narashimhadev( ωραίο όνομα για RPG χαρακτήρα), για να γιορτάσει τη νίκη του και την υπεροχή του, έναντι των μουσουλμάνων. Διάφορες τροποποιήσεις και προσθέσεις επήλθαν με την πάροδο των αιώνων, από διάδοχους, αυτοκράτορες.
Το μηχανάκι μας, σύμφωνο με το κλίμα της Ινδίας, θύμιζε μηχανάκι αμνημόνευτων ετών(εποχής δευτέρου παγκοσμίου και έπειτα).



Παρόλο το παλαιό της ηλικίας του αποδείχτηκε ικανό, να μας μεταφέρει με ασφάλεια, 26 χιλιόμετρα έξω από το Puri, στο χωριό Konark, όπου βρισκόταν ο «επίμαχος» ναός. Μοναδικό πρόβλημα η χαμηλή ταχύτητα, αφού, αν ξεπερνούσες τα 40, το μηχανάκι, ξεκινούσε να τρίζει δυνατά και να κουνιέται ολόκληρο, δίνοντας την εντύπωση, ότι επρόκειτο να ανατιναχθεί!
Μπορεί η Agra και το Ταζ Μαχάλ , να μας άφησε με διχασμένες εντυπώσεις, το sun temple όμως υπήρξε στα αλήθεια μαγικό, βγαλμένο από κάποιο παραμύθι και μοναδικό αξιοθέατο. Η είσοδός του, λιγάκι «τσουχτερή» για τους τουρίστες(250 ρουπίες, ενώ για τους Ινδούς μόλις 10!), μας έκανε να επιλέξουμε να το δούμε από έξω, όπως ο περισσότερος κόσμος άλλωστε(Ινδοι-τουρίστες), εφόσον βρισκόταν σε κοινή, για όλους, θέα, ενώ μέσα γινόταν, ταυτόχρονα με την συνεχόμενη ροή των επισκεπτών, κάποιες επιδιορθώσεις και έργα. Στην επιστροφή μας στο Puri, σταματήσαμε για μπάνιο σε κάποια ερημική, όπως τουλάχιστον εμείς θεωρήσαμε, παραλία, όπου ο Κώστας φρόντισε να γίνει θέαμα στα μάτια ανυποψίαστων Ινδών, αφού θεώρησε πρέπον να κάνει γυμνισμό. Η Μέι Λί, που αποφάσισε να μην κάνει μπάνιο, προσπάθησε μάταια να τον ειδοποιήσει, φωνάζοντάς του, αφού ο ήχος των δυνατών κυμάτων, που ξέβραζε ο ωκεανός, το έκανε αδύνατο. Τελικά το συνειδητοποίησε αρκετή ώρα μετά, όταν ο ίδιος αποφάσισε να βγει έξω, γιατί κρύωνε…


Ο ναός του ήλιου, αφιερωμένος στο θεό SURYA.



Χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε καλά, καλά, πέρασε σχεδόν μία εβδομάδα και επειδή δεν θέλαμε, να προβούμε ξανά στα λάθη του παρελθόντος (manali, mcleoad ganj,κ. τ. λ.), μιας και είχαμε λίγο χρόνο και πολλά μέρη να επισκεφτούμε, αποφασίσαμε να φύγουμε. Είχαμε ήδη σκεφτεί τον επόμενο σταθμό μας(Kanyakumari,το νοτιότερο σημείο της Ινδίας) και το μόνο, που χρειαζόμασταν, ήταν μεγάλη υπομονή, γιατί το διπλό ταξίδι με τραίνο εκεί, θα μας έπαιρνε συνολικά περισσότερες από 35 ώρες(μιάμιση μέρα μέσα στο τρένο!). Το τρένο δε, θα έπρεπε να το παίρναμε από την πρωτεύουσα της Orissa, Bubhaneswar,πράγμα, που αποτελούσε την τέλεια αφορμή για μία επίσκεψή μας στο μεγάλο ζωολογικό πάρκο, που διαθέτει.
Έτσι λοιπόν εγκαταλείψαμε το Puri, το βρωμερό χωριό διακοσίων χιλιάδων κατοίκων, με τον φτωχό μεν, πολύ ζωντανό δε κόσμο, που τραγουδούσε και χόρευε στα στενάκια με κάθε αφορμή, δοξάζοντας τον Shiva, την απέραντη παραλία γεμάτη σκουπίδια και ψαράδικα, τον μονίμως άγριο ωκεανό και τα κοράκια, να σε παρατηρούν και να σε κράζουν τα ομιχλώδη πρωινά. Πραγματικά, το Puri είναι ένας ενδιαφέρον προορισμός, που δεν υπάρχει πλέον(μπορεί και καλύτερα έτσι) στην λίστα των περισσότερων δυτικών τουριστών της Ινδίας.







O δρόμος προς την Καλκούτα

Άγρια χαράματα, το λεωφορείο έμπαινε στον, γεμάτο από κόσμο, bus station της Μπανγκόκ. Αγουροξυπνημένοι από τον βαθύ ύπνο, κοιτάξαμε την ώρα στο κινητό και μείναμε έκπληκτοι συνειδητοποιώντας, ότι ήταν μόλις 7! Είχαμε φτάσει στον προορισμό μας το λιγότερο μια ώρα νωρίτερα, οπότε υπήρχε χρόνος για καφέ και… τουαλέτα! Υπήρχε Βέβαια και το εξής πρόβλημα: τα εναπομείναντα ταϊλανδικά χαρτονομίσματα, που κρατούσαμε στις τσέπες μας, σχημάτιζαν το συνολικό ποσό των 400 baht(10 ευρώ)!
Έχοντας ξεφύγει κατά πολύ, από τη ροή του προγραμματισμένου προϋπολογισμού μας, αρνηθήκαμε σθεναρά να «τραβήξουμε» και άλλα λεφτά, λόγω της «τσουχτερής» προμήθειας, αφού εξάλλου σε λίγες ώρες θα βρισκόμασταν μακριά από το βασίλειο της Ταϊλάνδης. Γνωρίζαμε, χωρίς ωστόσο να ήμασταν σίγουροι, ότι η τιμή για το ταξί(ένα από τα λίγα φτηνά πράγματα στη Ταϊλάνδη), ήταν περίπου 350 bhat, αλλά, όταν είσαι τουρίστας, ανεξαρτήτου εθνικότητας, πρέπει να «πολεμήσεις» για αυτή, πολλές φορές χωρίς θετικό αποτέλεσμα.
Παρόλα αυτά, ξεπερνώντας για άλλη μια φορά τους εαυτούς μας, αποφασίσαμε να χαλάσουμε 50 bhat για ζεστούς καφέδες, αδιαφορώντας για το τι μέλλει γενέσθαι και «φουσκωμένοι» με την άνεση χιλίων καρδιναλίων, ότι η τύχη ήταν με το μέρος μας. Ε λοιπόν, πολύ καλά κάναμε! Τελικά, μετά από αμείλικτο παζάρι και πολύπλοκες διαπραγματεύσεις διάρκειας 5-6 λεπτών, πετύχαμε την τιμή των 300 bhat και ξεκινήσαμε για το αεροδρόμιο, συνοδευόμενοι από κυκλοφοριακή συμφόρηση, που θα έκανε την χελώνα να φαντάζει ποδηλάτης, αν πορευόταν παράλληλα με μας. Ο οδηγός, διπλά απογοητευμένος, τόσο από την κίνηση, όσο και από την, χαμηλού κέρδους για αυτόν «κούρσα» , προσπαθούσε με λόγια να μας πείσει, να του δώσουμε παραπάνω χρήματα. Προσφέρθηκε εξάλλου να ανοίξει το ταξίμετρο, ενώ ήδη είχαμε ξεκινήσει και πραγματοποιήσει πορεία 5-10 λεπτών. Υποθέτουμε, ότι η τιμή, που πετύχαμε με τα πολλά παζάρια, ήταν αρκετά συμφέρουσα για εμάς – ειδικά με τόση κίνηση-, αλλά όχι για τον ίδιο τον ταρίφα.
Η μία ώρα νωρίτερα, που φτάσαμε στον σταθμό των λεωφορείων, αποδείχτηκε σωτήρια, μιας και η συνολική καθυστέρηση με το ταξί ξεπέρασε τη μιάμιση ώρα! Τρέχοντας λιγάκι, κάναμε check in, επιβιβαστήκαμε στο αεροπλάνο, αφού πληρώσαμε πρόστιμο, λόγω λήξης της βίζας μας (2000 bhat μαζί, για 2 μέρες καθυστέρηση)!! Αναγκαστήκαμε τελικά, κάνοντας τις προηγούμενες ενέργειές μας να φαίνονται άχρηστες, να «σηκώσουμε» λεφτά και απογειωθήκαμε, αφήνοντας μακριά την χώρα, που μας φιλοξένησε για δύο περίπου μήνες. Κατά της διάρκεια της πτήσης η πείνα «χτύπησε δυνατά την πόρτα μας», αλλά τα 50 bhat δεν αρκούσαν για την παραμικρή αγορά, εντός αεροπλάνου.(Τόσο έξυπνοι ήμασταν, ώστε «τραβήξαμε» το ακριβές αντίτιμο του προστίμου. Είπαμε, πάνω στον πανικό, πολλές μα…..κίες μπορεί να κάνει κανείς). Τελικά όμως μία συμπαθέστατη Ισπανίδα, που γνωρίσαμε, προσφέρθηκε να βοηθήσει, ενισχύοντας μας οικονομικά, οπότε καταβροχθίσαμε μια noodle soup.
Ώρα Ινδίας, έντεκα και μισή το πρωί. Το αεροδρόμιο της Κολκάτα(για όσους δεν γωρίζουν, πρόκειται για τη νέα ονομασία της Καλκούτας, τουλάχιστον για τους Ινδούς), δεν φάνταζε το ίδιο τρομακτικό, αχανές και αφιλόξενο με αυτό στο Ν.Δελχί, χωρίς ωστόσο να διαφέρει στο παραμικρό από το πρώτο. Οι δύο πρώτοι μήνες μας στην βόρεια Ινδία πέρασαν σαν στιγμή μπροστά από τα μάτια μας, αφήνοντας πίσω τους μια ευχάριστη αίσθηση, ένα χαμόγελο και, πάνω από όλα, ηθικό ακμαιότατο. Όχι, δεν ήμασταν πια πρωτάρηδες, είχαμε υπόψη μας, ότι πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για αυτό, που δεν γίνεται πρακτικά να προετοιμαστείς!! Χαιρετίσαμε την Ισπανίδα, πήραμε ταξί και ξεχυθήκαμε(Indian driving!) με το «τραγούδισμα» της κόρνας, να μας συνοδεύει και εμάς, με τα μάτια ορθάνοιχτα από θαυμασμό, να χαζεύουμε το άγνωστο γύρω μας.
Ένα από τα πολλά παράδοξα της Ινδίας και συγκεκριμένα της Κολκάτας αποτελεί και η αλλαγή κατεύθυνσης της οδικής κυκλοφορίας στο 90% των δρόμων της, η οποία λαμβάνει χώρα καθημερινά, περίπου στη μία το μεσημέρι. Προφανώς αυτή η αλλαγή θα πρέπει να μας βρήκε εν κινήσει, κάνοντάς μας, να βιώσουμε μία, άνευ προηγουμένου, ακόμα και για την Ινδία, κυκλοφοριακή συμφόρηση(..χάος..).
Η ώρα κόντευε δύο το μεσημέρι(περίπου τρεις ώρες μετά από την προσγείωσή μας), όταν κουρασμένοι και ιδρωμένοι, από την κίνηση και τη ζέστη αντίστοιχα, φτάσαμε στον Sudder street ,τον δρόμο, που συνιστά το lonely planet, για φτηνά και όσο γίνεται καθαρά δωμάτια. Οι πληροφορίες, που είχαμε και τελικά είναι πραγματικότητα, ήθελαν την Καλκούτα να είναι η ακριβότερη πόλη της Ινδίας μαζί με την Βομβάη, όσο αφορά την διαμονή, για αυτό και αποφασίσαμε να είμαστε αμείλικτοι και σχολαστικοί στις διαπραγματεύσεις μας. Δυστυχώς όμως, οι ώρες πέρασαν γρήγορα, χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα(το καλύτερο, καθαρότερο και φτηνό δωμάτιο ήταν το πρώτο που μας έδειξαν, και εμείς οι άμυαλοι αρνηθήκαμε, πιστεύοντας, ότι θα υπάρξουν καλύτερες ευκαιρίες) και εμάς να υποκύπτουμε σιγά, σιγά, στην κούραση. Λίγο πριν παραιτηθούμε οριστικά και πάμε να μείνουμε σε κάποιο πανάκριβο guest house, η τύχη αποφάσισε επιτέλους να μας χαμογελάσει. Γνωρίσαμε έναν local Ινδό, ο οποίος, αφού προσπάθησε μάταια, να μας πείσει να τον ακολουθήσουμε σε κάποια ακριβά, αλλά καθαρά και ανθρώπινα δωμάτια, μας έδειξε το δρόμο για ένα πολύ καλό, φτηνό, τοπικό, μουσουλμανικό εστιατόριο, όπου περάσαμε την επόμενη ώρα μας, ανακτώντας δυνάμεις, συζητώντας για τις διαφορετικές κουλτούρες μας,(ινδική-ελληνικήή) και τρώγοντας τρομακτικές ποσότητες φαγητού και κυρίως ρυζιού(οι ατομικές μερίδες ρυζιού γενικά στην Ινδία είναι υπερβολικά μεγάλες)!
Η ώρα κόντευε επτά το απόγευμα, όταν τελικά βρήκαμε δωμάτιο(μέτριο, αλλά όχι εντελώς κακό) στο κέντρο της περιοχής και με ωραίο rooftop για 300 ρουπίες(5 ευρώ). Ο ιδιοκτήτης(δεν είναι σίγουρο αυτό) ωστόσο υπήρξε κωμικά τραγικός και…(ας μας επιτραπεί η έκφραση).. γλοιώδης, με το να μας λέει φανταστικές και άθλιες ιστορίες για προσπάθειες αποπλάνησής του από τουρίστριες, που δεν είχαν λεφτά να πληρώσουν για την διαμονή τους εκεί,( φανταστείτε τον λιγάκι… μιλάμε για έναν κοντό, άσχημο, αδύνατο, καραφλό Ινδό με γυαλιά, ντυμένο με λαμέ πουκάμισο, πενήντα χρονών περίπου, μπορεί και παραπάνω και σωματοδομή καμπούρη καλικάντζαρου) και για το πόσο τυχεροί ήμασταν, που καταφέραμε να βρούμε δωμάτιο, μιας και κάποιοι( κάποιοι βγαλμένοι από τη σφαίρα της φαντασίας μάλλον) είχαν πληρώσει ήδη προκαταβολή για το ελεύθερο, εναπομείναν δωμάτιο, αλλά τελικά δεν ήρθαν. Περίπου δέκα λεπτά αφού κλείσαμε το δωμάτιο, ήρθε ένας αρκετά συμπαθής Ρώσος, στον οποίο επανέλαβε ακριβώς, μα ακριβώς όμως, την ίδια ιστορία, με σκοπό να τον πείσει, να μείνει στο τελευταίο ελεύθερο δωμάτιο, που διέθετε!! Το θράσος του δε, ξεπέρασε κάθε όριο, γιατί ο όλος διάλογος διεξήλθε μπροστά στα έκπληκτα και απορημένα μάτια μας (καθόμασταν κυριολεκτικά μισό μέτρο δίπλα τους)!
Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει εντελώς, όταν αποφασίσαμε να βγούμε για περπάτημα στους φωτισμένους και γεμάτους από κόσμο δρόμους, της μεγάλης αυτής πόλης, της Ινδίας. Η Καλκούτα μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε για άλλη μια φορά, ότι οι μεγάλες πόλεις στην Ινδία δεν είναι, σε καμία περίπτωση, ο καλύτερος δυνατός προορισμός για πολυήμερη διαμονή. Έξω στους δρόμους, το πλήθος κόσμου φάνταζε σαν μυρμήγκια τριγύρω από την φωλιά τους. Παντός είδους μικροπωλητές, μικροαπατεώνες, ζητιάνοι και παιδιά έμπαιναν στο δρόμο μας, για να μας μιλήσουν, ζητώντας βοήθεια ή προσφέροντας κάποια υπηρεσία. Η φτώχεια διάχυτη παντού, με αρκετούς ανθρώπους σε κατάσταση εξαθλίωσης. Η Κολκάτα είναι και η τελευταία εναπομείνασα πόλη της Ινδίας, όπου δυστυχώς ακόμα συναντάς τα λεγόμενα «human rickshaw»! Σε αντίθεση με τα pedal-rickshaw, που χρησιμοποιούν ποδήλατο για να μεταφέρουν κόσμο, στα human rickshaw χρησιμοποιούν τον εαυτό τους, σέρνοντας κάρα φορτωμένα με ανθρώπους, σαν να είναι άλογα! Μάθαμε επίσης, ότι τον καιρό των μουσώνων αποτελούν το κύριο μεταφορικό μέσο, για εντός πόλης διαδρομές και αυτό, γιατί διαθέτουν πολύ ψηλές ρόδες, που δεν «κωλώνουν» στα ποτάμια λάσπης, σκατών και νερού που πλημμυρίζουν κυριολεκτικά τους δρόμους (τώρα βέβαια σε όλο αυτό, σκεφτείτε τον καημένο οδηγό, που περπατάει με τα γυμνά του πόδια μέσα σε αυτό το υγρό λίκνο της βρώμας, σέρνοντας ταυτόχρονα, λόγου χάρη, με το κάρο έναν χοντρό επιχειρηματία με πούρο, που θέλει να πάει στα γραφεία της εταιρείας του….).
Με τέτοια ατμόσφαιρα λοιπόν, όπως ήταν φυσικό, η πρώτη και συνολική εντύπωση δεν υπήρξε σίγουρα θετική. Αποφασίσαμε λοιπόν να φύγουμε, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Ωστόσο παρέμενε ανοιχτό το ζήτημα του επόμενου προορισμού, μιας και δεν είχαμε καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα. Η νύχτα που ακολούθησε, βρήκε τη Μέι Λί να κοιμάται ήσυχα, παρά τα μαθήματα τάμπλας που διεξάγονταν ακριβώς έξω από την πόρτα του δωματίου μας (το χάρισμά της, σχετικά με τον ύπνο, γνωστό σε όλους) και τον Κώστα, να ανακαλύπτει τον επόμενο προορισμό και να οργανώνει τα επιμέρους ζητήματα (μεταφορά, διαμονή, κ. τ. λ.), όντας αδύνατο να κοιμηθεί, αφού τα μαθήματα διήρκησαν ως τις πρώτες πρωινές ώρες! Θα πηγαίναμε, στο διάσημο από πολύ παλιά για τους hippies από όλο τον κόσμο, Puri στην Orissa, μία από τις πιο φτωχές, αν όχι η φτωχότερη πολιτεία της Ινδίας.
Το επόμενο πρωί είχαμε ήδη αποφασίσει, ότι θα αποχαιρετούσαμε την Καλκούτα και, αφού ξυπνήσαμε νωρίς, κατευθυνθήκαμε με στόχο την εύρεση εισιτηρίου τρένου για τη μεταφορά μας στο Bhubaneswar, την πρωτεύουσα της Orissa, όπου θα ξοδεύαμε την ημέρα των γενεθλίων του Κώστα και στη συνέχεια θα πορευόμασταν προς το Puri. Τελικά μετά από πρωινές περιπλανήσεις στους ασφυκτικά γεμάτους, από αυτοκίνητα και ανθρώπους, δρόμους, καταφέραμε να κλείσουμε εισιτήριο για τις δώδεκα το βράδυ, απευθείας όμως για το Puri, χωρίς το Bhubaneswar, ως ενδιάμεσο σταθμό μας(το αστείο είναι, ότι τελικά το τρένο πραγματοποίησε στάση εκεί, αλλά εμείς, όντας ενημερωμένοι για το αντίθετο, κοιμόμασταν ήσυχοι, περιμένοντας να φτάσουμε στο Puri).
Γυρνώντας όμως πίσω στα δωμάτια για να κάνουμε check out, διαπιστώσαμε, πως η ώρα είχε ήδη περάσει από 12 και έπρεπε να αντιμετωπίσουμε, τον θυμό του «συμπαθέστατου» ιδιοκτήτη, ο οποίος, μόλις του ανακοινώσαμε την απόφασή μας, ζήτησε να του καταβάλουμε επιπλέον 300 ρουπίες, γιατί η ώρα είχε περάσει( ήταν μόλις 12.30) και το δωμάτιο θα του έμενε ανοίκιαστο για εκείνη τη μέρα!(μεγάλο ψέμα) Ο Κώστας, αφού πρόσφερε 100 ρουπίες παραπάνω, πράγμα που ο ιδιοκτήτης αρνήθηκε πεισματικά, εμμένοντας στην αρχική του παράλογη απαίτηση , φρόντισε αναλόγως την περίσταση, βάζοντάς του άγριες φωνές, αρνούμενος να πληρώσει οτιδήποτε παραπάνω, ούτε καν τις 100, που είχε αρχικά προσφέρει. Τον προκάλεσε δε, να φωνάξει την αστυνομία, για να λυθεί η διαφορά. Σαστισμένος ο ιδιοκτήτης άρχισε να ψελλίζει, ότι θα πρέπει να το πούμε στον….. πραγματικό ιδιοκτήτη(bingo!!) και ότι αυτός είναι απλά μέτοχος, κάνοντας μας να γελάσουμε λιγάκι, αναλογιζόμενοι το καινούριο ψέμα, που είχε βγει στην επιφάνεια. Τελικά, αφού κρατήσαμε την ίδια αδιάλλακτη στάση και στον άλλο συνέταιρο-ιδιοκτήτη, βγήκαμε «αλώβητοι» οικονομικά και φύγαμε με τα «κεφάλια ψηλά»(η αλήθεια είναι, ότι, αν ερχόταν τελικά η αστυνομία, μπορεί και να έπρεπε να πληρώναμε, αλλά ακολουθήσαμε το παράδειγμά τους στις υπερβολές… και τελικά έπιασε).
Η υπόλοιπη μέρα μας βρήκε, να εξερευνούμε ξανά τους δρόμους της Κολκάτας ως αργά το απόγευμα και στη συνέχεια να βρίσκουμε τον Ρώσο γείτονα μαζί με την έγκυο γυναίκα του, που σκόπευε να γεννήσει με φυσικό τοκετό στην Ταυλάνδη στην συνέχεια του ταξιδιού τους. Μαζί τους συνεχίσαμε το ίδιο μοτίβο, δηλαδή περίπατο σε διάφορα αξιοθέατα της πόλης. Αποδείχτηκαν καλή παρέα και ανανεώσαμε το ραντεβού μας για την Gokarna της Karnataka, αφού συζητώντας μαζί τους ανακαλύψαμε, ότι σκοπεύαμε να είμαστε αμφότεροι εκεί, την ίδια χρονική περίοδο, περίπου ένα μήνα μετά.
Αργά το βράδυ της ίδιας μέρας βρισκόμασταν ήδη στο πιο κοσμοπλημμυρισμένο σταθμό τρένων, που είχαμε δει ποτέ(τουλάχιστον μέχρι τότε, γιατί αργότερα αντικρίσαμε και τον τρισάθλιο σταθμό τρένων στην Mumbai-Βομβάη-).Φτάσαμε εκεί με λεωφορείο, που κάποιος πολύ συμπαθητικός Ινδός μας υπέδειξε, από πού να πάρουμε, λέγοντάς μας, ότι θα ήταν άδικο να παίρναμε autoricksaw, για το οποίο θα πληρώναμε πολύ παραπάνω από την κανονική ταρίφα, λόγω της διαφορετικής εθνικότητάς μας.
Τέλος, μπαίνοντας στο τρένο και τοποθετώντας τα backpacks στις θέσεις μας, γνωρίσαμε και δύο «ινδοποιήμένους» Ρώσους-αδερφούς, οι οποίοι έμελε να γίνουν πολύ καλή παρέα και φίλοι μας (δεν ξέρουμε γιατί, αλλά κάπως πάντα τύχαινε να κάνουμε παρέα με Ρώσους, τους «τραβάμε»), τον Suresh και τον Pavitra (επέμεναν να συστήνονται με τα Ινδικά τους ονόματα παρόλο που έβλεπαν ότι δεν τα συγκρατούσαμε ούτε δευτερόλεπτο.. τελικά μας τα έγραψαν). Η νύχτα μεγάλη και ήσυχη (αν εξαιρέσει κανείς τα ποντίκια, που πότε, πότε περνούσαν κάτω από τα καθίσματά-κρεβάτια μας, ψάχνοντας για υπολείμματα τροφής, η οποία κατά καιρούς πέφτει άθελα η εσκεμμένα, από τα χέρια των εκάστοτε ταξιδιωτών..),μας έκανε γρήγορα να κλείσουμε τα μάτια μας, προσμένοντας το ξημέρωμα και την άφιξη στο Puri!


Η εκπληκτική ταράτσα του δωματίου μας
Μόλις βγήκαμε από τον ναό της Κάλι. Το κοκκινάδι υποδεικνύει ότι κάναμε την προσευχή μας σήμερα.
Κατάλοιπα της αγγλικής αποικιοκρατίας στην Καλκούτα


Το πλανητάριο της Καλκούτας... όσο παλιό είναι το κτίριο, άλλο τοσο είναι και η τεχνολογία που διαθέτει

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Chiang mai , Pai - Βόρεια Ταϊλάνδη

Χάρτης

Διανύοντας τις ωραίες ηλιόλουστες μέρες στο Κο Τάο, κλείσαμε εισιτήρια για τα δυο σχεδόν 12ωρα τραίνα που θα μας πήγαιναν στο βορρά, το πρώτο πίσω Μπανγκόκ και το δεύτερο στο δημοφιλές Chiang Mai, όπου θα συναντούσαμε και την Dido με τον Βασίλη, που μαζί με το υπόλοιπο γκρουπ θα παίζανε στο μεγαλύτερο ετήσιο φεστιβάλ reggae της Ταϊλάνδης. Κατά την παραμονή μας στο Κοπανγκάν, βαρεθήκαμε να ακούμε για το γκρουπ και το πόσο καλά παίζουν, κάθε φορά, που συναντιούνται όλοι μαζί, ασχέτως με το πόσο απροβάριστοι είναι. Το λοιπόν, υποσχεθήκαμε, ότι θα δίναμε το παρόν, σαν αφοσιωμένοι οπαδοί της μουσικής τους, έχοντάς τους ακούσει live, ουκ ολίγες φορές. Επιπλέον ήταν και η τέλεια αφορμή, να φύγουμε από το τροπικό κλίμα των νησιών και να επισκεφτούμε και το λιγότερο τουριστικό, βόρειο τμήμα της Ταϊλάνδης.
Διανύοντας λοιπόν περισσότερα από 1500 χιλιόμετρα σε χρόνο διάρκειας 24 ωρών περίπου, φτάσαμε στο σταθμό του Chiang mai κατά στις οκτώ και μισή το βράδυ. Ευτυχώς για άλλη μια φορά ο Βασίλης είχε φροντίσει για τα πάντα, κλείνοντάς μας δωμάτιο στο guest house, που έμενε και ο ίδιος. Λίγο πριν φτάσουμε και ενώ έχουμε πάρει ήδη τουκ τουκ( η ταϊλανδική ονομασία για το rickshaw ), μας τηλεφωνεί και μας λέει , ότι τελικά θα πρέπει να φύγει, μιας και οι της συναυλίας τους έχουν κλείσει καλύτερα δωμάτια αλλού και μάλιστα δωρεάν. Δώσαμε ραντεβού για το επόμενο πρωί και, αφού κάναμε καυτό μπάνιο, βγήκαμε για την πρώτη «αναγνωριστική βολή», στα στενά του chiang mai, αναζητώντας τι άλλο? Φαγητό φυσικά, μιας και το τελευταίο εικοσιτετράωρο είχαμε ταλαιπωρήσει αρκετά τα στομάχια μας, αφήνοντάς τα σχεδόν άδεια.
Μερικές φορές, συμπεριφερόμαστε αψυχολόγητα και ..ενεργούμε το ίδιο αψυχολόγητα. Έτσι λοιπόν και εμείς, χωρίς κανένα προφανή λόγο, επιλέξαμε να κάτσουμε σε ένα μπαρ far west αισθητικής, χωρίς μενού για φαγητό, αλλά με country μουσική στη διαπασών και μοναδικούς της πελάτες εμάς. Περιμένοντας το φαγητό μας, προσπαθήσαμε μάταια να μιλήσουμε μεταξύ μας, αφού η ένταση της μουσικής το καθιστούσε αδύνατο. Παρόλα αυτά, παρατήρησα τη Μέι Λί, να γουρλώνει τα μάτια της κάποιες φορές, κοιτώντας πίσω από εμένα, αλλά δεν έδωσα τελικά την δέουσα σημασία(καλά να πάθω), πιστεύοντας ότι απλά ήταν αφηρημένη. Αργότερα γνωρίσαμε τον Ταϊλανδό καουμπόι, ιδιοκτήτη του μαγαζιού, καθώς και την γυναίκα του, με τους οποίους κάτσαμε να πιούμε μια μπύρα έξω από το μπαρ, σε ένα τραπεζάκι στην άκρη του δρόμου…. Ήταν απίστευτο αυτό που είδαμε(Η Μέι Λί το είχε δει ήδη όπως μου εκμυστηρεύτηκε, αλλά δεν θέλησε να με αγχώσει!). Μέσα στο μπαρ, κάτω στο πάτωμα πηγαινοέρχονταν τεράστιοι, βρώμικοι, πληγωμένοι από δόντια σκύλου(του cowboy), αρουραίοι, οι οποίοι φτάνανε πάνω από το πιάτο του σκύλου του καουμπόι, κλέβανε τροφή και επέστρεφαν γρήγορα στη φωλιά τους, που βρισκόταν μέσα στο μαγαζί. Παρόλα αυτά η παρέα μαζί τους(όχι με τα ποντίκια!) ήταν ενδιαφέρουσα και διασκεδαστική, με τον cowboy να μας δείχνει το ημερολόγιό του από τα ταξίδια του με autostop(πέρασε μάλιστα και από Ελλάδα, συγκεκριμένα από Θεσσαλονίκη και από Αλεξανδρούπολη) και τη γυναίκα του, που ήταν κατά 22 χρόνια νεότερη, να μας λέει, πόσο τον αγαπάει και να του γκρινιάζει γλυκά για το ποτό(Ο τύπος είναι 64 χρονών και πίνει κάθε μέρα τα τελευταία 30 χρόνια, περίπου δύο μπουκάλια ουίσκι. Ο ίδιος, από ό, τι μας είπε, πιστεύει, ότι του κάνει καλό στην υγεία του και ότι δεν έχει επισκεφθεί ποτέ το γιατρό, εξαιτίας αυτού( αυτό θα πει… τύχη!)Γενικά πάντως, όπως άλλωστε αποδείχτηκε, οι Ταϊλανδοί γουστάρουν, να πίνουν πολύ και εννοούμε πολύ!
Την επόμενη μέρα ξυπνήσαμε νωρίς και, αφού κάναμε thai massage για μία ώρα μόλις με 4 ευρώ ο καθένας, νοικιάσαμε μηχανάκι, με το οποίο θα πηγαίναμε να βρούμε τον Βασίλη και την dido, στην άλλη άκρη της πόλης. Τελικά το καταφέραμε, αλλά πραγματικά υπήρξε αγχωτικό, κουραστικό και κυρίως τελείως διαφορετικό από την οδήγηση στους ανοιχτούς και άδειους δρόμους του κοπανγιάν.
Στο δωμάτιο ενός πολύ ακριβού και «χλιδάτου» ξενοδοχείου, ξαναβρήκαμε τον Βασίλη και γνωρίσαμε και την υπόλοιπη τρελοπαρέα, μέλη του γκρουπ, τον γερμανό και οργανωτικό drummer Κάι, τον αυστραλό πολυλογά κιθαρίστα –τραγουδιστή( αυτό σηκώνει συζήτηση) Bruce, την υπερβολικά νέα(μόλις 19 χρονών) Αγγλίδα σαξοφωνίστα Φοίβη, τον Ταϊλανδό χαρούμενο και μόνιμα μεθυσμένο(όχι από τη ζωή δυστυχώς) μπασίστα, που το όνομά του μας διαφεύγει και άλλους «πειραγμένους», συνολικά 9, όλοι από διαφορετικές χώρες. Αφού μας έδωσαν τα δωρεάν πάσο μας για τη συναυλία(θα περνούσαμε την είσοδο ως μέλη του γκρουπ) πήραμε τον μακρύ και δύσκολο να βρεθεί, δρόμο προς την τοποθεσία της συναυλίας, περίπου 20 χιλιόμετρα έξω από το chiang mai.
Το μόνο πράγμα, που είχαμε υπόψη μας για αυτό το φεστιβάλ, ήταν, ότι αποτελούσε ένα από τα μεγαλύτερα events της Ταϊλάνδης, με συμμετοχή από ονόματα και γκρουπ διεθνούς κλάσης, τουλάχιστον στο χώρο της reggae(ενδεικτικά αναφέρουμε τους Εasy star all stars και έναν από τους πολλούς γιους του Bob Marley, τον Ky-Mani Marley. Μέσα μας υπήρχε διάχυτος ο φόβος, το τί μέλλει γενέσθαι, όσον αφορά την είσοδό μας στο χώρο της συναυλίας, μιας και τα πάσα μας έγραφαν επάνω ξεκάθαρα, ότι ήμασταν artists, μέλη του γκρουπ, αλλά δεν φαινόμασταν καθόλου(σκεφτείτε, δεν είχαμε καν όργανα).
Οι λαϊκές παροιμίες πάντα απορρέουν από τη σοφία, που δίνουν τα καθημερινά κοινά βιώματα των ανθρώπων. Προτροπές, αποτροπές, ευχές και κατάρες και πάντα σωστά, μα απολύτως σωστά συμπεράσματα. «Όπου ακούς πολλά κεράσια…… κράταγε μικρό καλάθι»! Πραγματικά, τζάμπα το άγχος,… «τζάμπα καίει η λάμπα», όπως θα έλεγε και η διάσημη Ελληνίδα τραγουδίστρια. Δεν μας ρώτησαν απολύτως τίποτα. Αντίθετα μόλις αντίκρισαν τα πάσο μας, φάνηκαν να γίνονται άκρως εξυπηρετικοί( σεβασμός στον καλλιτέχνη πάνω από όλα). Tο μεγάλο αυτό φεστιβάλ δεν είχε να ζηλέψει τίποτα, όσο αφορά την ανοργανωσιά και τη μη λειτουργικότητα των αντίστοιχων ελληνικών events. Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε το γεγονός, ότι σε όλο το χώρο της συναυλίας εκτός από επιλεγμένα μέρη, απαγορευόταν το κάπνισμα (μιλάμε για reggae festival έτσι??), και σε όλο το γύρω χώρο βρίσκονταν διάσπαρτα και σε αφθονία χοντρά δεμάτια από ξηρό σανό(τέλειες προϋποθέσεις για μια καλή πυρκαγιά). Τελικά περίπου στο μέσο της συναυλίας και μέχρι το τέλος της ο κόσμος, παρασυρμένος από το πραγματικά πολύ κρύο που επικρατούσε, άρχισε να καίει σεβαστές ποσότητες σανό, με σκοπό να ζεσταθεί. Έτσι λοιπόν δεν έλειψαν και τα παρατράγουδα, με κάποιες από τις φωτιές να πυρώνουν αρκετά και να σβήνουν με αρκετή δυσκολία στη συνέχεια!
Οι Ταϊλανδοί ωστόσο, για άλλη μια φορά αποτέλεσαν το πιο “hot stuff” της βραδιάς, με το να πίνουν ασταμάτητα και ανεξέλεγκτα τρομακτικές ποσότητες αλκοόλ, κυριολεκτικά μέχρι τελικής πτώσης, αφού στο τέλος κατέληγαν να χορεύουν και να κυλιούνται ημίγυμνοι, άντρες και γυναίκες, πάνω στα δέματα από σανό.
Εντωμεταξύ η ώρα περνούσε και εμείς, όντας στα παρασκήνια μαζί με τους υπόλοιπους -άστο να πάει-(το όνομα του γκρουπ!!), περιμέναμε εναγωνίως την είσοδο του Βασίλη και των υπολοίπων στη σκηνή. Δυστυχώς τελικά περιμέναμε πάρα πολύ, ενώ το κρύο δυνάμωνε όλο και περισσότερο. Η αρχικά καθορισμένη ώρα, για να παίξουν, ήταν περίπου στις 12 το βράδυ, αλλά, κάτι λίγο με την καθυστέρηση του κάθε γκρουπ, κάτι λίγο με τη γενικότερη κακή οργάνωση, ανεβήκαν στη σκηνή με λιγότερο από 500 άτομα από κάτω περίπου στις 4 και μισή το ξημέρωμα! Η όλη σκηνική παρουσία τους καλή ως μέτρια, αλλά με ξεκάθαρα απροβάριστο δέσιμο και παίξιμο.
Επιπλέον το κρύο, τσουχτερό και έντονο, μας είχε καταβάλει αρκετά, έτσι ώστε να μην μπορέσουμε πραγματικά να τους χαρούμε.
Η επόμενη μέρα κύλισε πολύ χαλαρά και το βράδυ, αυτή τη φορά χωρίς τον Βασίλη, αλλά μόνο οι δύο μας, επισκεφτήκαμε για δεύτερη και τελευταία φορά το reggae festival, για να δούμε από κοντά και τον Ky-Mani Marley! Μάλλον τόσο τα κακά της προηγούμενης ημέρας, όσο και η παρουσία του γιού του ζωντανού θρύλου της reggae «τους είχαν βάλει γυαλιά»,, μιας και όλα, μα όλα ήταν πιο προσεγμένα! Δυσκολευτήκαμε λιγάκι να ξαναπεράσουμε την κεντρική είσοδο με τα ίδια πάσα, ενώ στη συνέχεια μας αρνήθηκαν την είσοδο στα παρασκήνια(προφανώς λόγω του Marley η ασφάλεια ήταν μεγάλη και πολύ αυστηρή. Νιώσαμε λιγάκι, κυρίως λίγα λεπτά πριν βγει στην σκηνή, σαν να επρόκειτο να βγει, για δημόσια ομιλία ο πλανητάρχης Ομπάμα με αρκετούς «φουσκωτούς» τριγύρω, να τσεκάρουν τον χώρο για τυχόν επίδοξους δολοφόνους ή άλλες παράξενες μορφές).
Παρακολουθώντας τώρα ζωντανά το γιο του Bob Marley, καταλήξαμε σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα. Ειλικρινά τόσο η αρτιότητα της ακουστικής του ήχου, όσο και η παρουσία πεπειραμένων επαγγελματιών μουσικών, δεν άφησαν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης, όσον αφορά την ποιότητα και τη δυναμικότητα της συναυλίας! Το μόνο πρόβλημα είναι, ενώ ο ίδιος διαθέτει πολύ «δυνατά» και ωραία κομμάτια, ο κόσμος, συμπεριλαμβανομένου και εμάς, ήξερε και τραγουδούσε μαζί του μόνο τα τραγούδια του πατέρα του. Τελικά το να είσαι γιος διάσημου και κλασσικού πλέον τραγουδιστή, λειτουργεί περισσότερο αρνητικά από ότι θετικά, δίνοντάς σου μια αρχική ώθηση μεν, στερώντας σου την πρωτοπορία και την προσωπικότητα δε, γιατί σου είναι πολύ δύσκολο να «βγεις από τη μεγάλη σκιά του».
Η τελευταία νύχτα στο chiang mai μας βρήκε στο North Gate ένα εκπληκτικό jazz μπαράκι, που κάθε μέρα φιλοξενεί και ένα διαφορετικό τοπικό γκρουπ. Και όταν λέμε γκρουπ, εννοούμε επαγγελματικές, εμπνευσμένες και άρτια τεχνικά καταρτισμένες μπάντες, που θα ζήλευαν πολλά διάσημα, αμερικανικά και ευρωπαϊκά, γκρουπ. Εκεί χαιρετίσαμε και τον Brett για τελευταία φορά (τουλάχιστον έτσι πιστεύαμε), ο οποίος τα τσούγκρισε με την υπόλοιπη μπάντα και κυρίως το Βασίλη, για αυτό και δεν θα τους ακολουθούσε στο Pai, όπου θα πραγματοποιούσαν μια δεύτερη συναυλία, αυτή τη φορά σαν headliners όμως. Εμείς ωστόσο, ορκισμένοι οπαδοί τους και με «χρέη» μάγειρα, για το γκρουπ και όχι μόνο, αποφασίσαμε, να ενδώσουμε στην πρόσκλησή τους ξανά και να τους ακολουθήσουμε. Επιπλέον οι πληροφορίες που είχαμε, ήθελαν το Pai να είναι ένα από τα ομορφότερα, αλλά και τουριστικότερα ορεινά μέρη της Ταϊλάνδης, γεμάτο με βουνά, νερά και πολύ ζωντανή φύση.
Κατά το απόγευμα της επόμενης μέρας, περίπου στις πέντε φτάναμε με λεωφορείο στο διάσημο Pai. Η πρώτη εντύπωση υπήρξε σίγουρα θετική (..πανέμορφο ορεινό χωριό!), μαζί όμως με όλα τα κακά παρελκόμενα, που φέρνει ο μαζικός τουρισμός σε ένα μέρος. Στο κέντρο περίπου του χωριού τοποθετείται και ένα από τα ποτάμια που διασχίζουν το Pai. Θα μπορούσε να πει κανείς, ότι το όλο τοπίο σαν περιγραφή θυμίζει αρκετά το μυθικό Σάιρ, το χωριό των χόμπιτ.
Στις όχθες αυτού του ποταμού λοιπόν, κατόπιν μακράς και κουραστικής έρευνας, νοικιάσαμε ένα πανέμορφο bungalow. Επιλέξαμε να μην μείνουμε στο ίδιο guest house με το Βασίλη και το υπόλοιπο γκρουπ και αυτό γιατί ειλικρινά το δωμάτιο που είχαμε βρει ήταν πολύ ήσυχο με εκπληκτική θέα στο ποτάμι.
Οι συνολικά τέσσερις ημέρες παραμονής μας στο Pai κύλησαν με πλήρη χαλαρότητα, γεμάτες με ημερήσιες εκδρομές(πάντα με μηχανάκι) στα διάφορα τριγύρω μέρη και κυρίως σε έναν πανέμορφο ηλιόλουστο καταρράκτη, όπου και γνωρίσαμε άλλους ταξιδιώτες, διαφόρων εθνικοτήτων. Ο δρόμος ωστόσο, που οδηγεί εκεί, είναι «πυκνοφυτεμένος» από χωρικούς, οι οποίοι θέλουν να σου πουλήσουν, είτε κάνναβη, είτε δυστυχώς, γιατί αυτό είναι πραγματικά θλιβερό… ηρωίνη! Ναι, είναι απίστευτο και απαράδεκτο, αλλά μας σταμάτησαν περισσότερες από 5 φορές κάθε φορά, που πήγαμε εκεί. Μας πήρε λίγη ώρα να καταλάβουμε τι ακριβώς εννοούσαν, όταν λέγανε «έλοϊν, έλοϊν» (σαν όνομα ξωτικού ακούγεται!). Εντάξει, η ακουστική θυμίζει αρκετά, αλλά το μυαλό μας ήταν αδύνατο να πάει εκεί, λόγω του μέρους. (Αν υποθέσουμε, ότι βρισκόμασταν σε πόλη, θα το είχαμε αντιληφθεί σίγουρα αρκετά νωρίτερα, αλλά σε ένα τέτοιο πραγματικά παραμυθένιο μέρος, το τελευταίο πράγμα, που περιμένεις να βρεις και μάλιστα σε τέτοια αφθονία, είναι η ηρωίνη….).
Αξιοσημείωτη υπήρξε και η ημερήσια μας εκδρομή-επίσκεψη σε ένα μεγάλο σπήλαιο, που βρίσκεται 40 χιλιόμετρα περίπου έξω από το Pai. Η διαδρομή μέχρι να φτάσουμε εκεί, ήταν μαγικής ομορφιάς, γεμάτη πράσινο χρώμα και μυρωδιές ζωντανής φύσης. Στο μέσο περίπου της διαδρομής κάναμε ένα μικρό απαραίτητο, για να ξεπιαστούμε από το μηχανάκι, διάλλειμα και παρακολουθήσαμε διάφορους χωρικούς, άντρες και κυρίως γυναίκες, ντυμένους με παραδοσιακά ενδύματα. Το σπήλαιο υπήρξε πραγματικά εντυπωσιακό και αρκετά μεγαλύτερο από αυτά που τουλάχιστον εμείς οι ίδιοι έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε. Για να το διασχίσεις ολόκληρο, χρειάζεσαι και βάρκα, με την οποία θα περάσεις διάφορα, μη προσβάσιμα αλλιώς, μέρη. Στα συγκεκριμένα μέρη παρατηρήσαμε κοπάδια χοντρών και μεγάλων ψαριών, να πλαισιώνουν την βάρκα-σχεδία και να περιμένουν φαγητό από τους τουρίστες, αφού στην είσοδο μπορούσες να αγοράσεις τροφή αποκλειστικά για αυτό το λόγο.
Θα πρέπει άλλωστε, να αναφερθούμε και στην επίσκεψή μας στα θερμά λουτρά, που διαθέτει το Pai, τόσο στα κατασκευασμένα, όσο και στα εντελώς φυσικά σε εξωτερικό χώρο. Ιδιαίτερα στα φυσικά, απολαύσαμε ένα υπέροχο πρωινό σε μια απίστευτη φυσικά διαμορφωμένη «πισίνα», μέσα στο δάσος, εντελώς μόνοι. Και στα πρώτα όμως, δεν περάσαμε λιγότερο καλά, πάντα με την χαρούμενη συντροφιά της Dido, που δεν σταμάτησε να μας χαμογελάει ούτε μια στιγμή.
Τέλος σημαντικό γεγονός, όπως εξάλλου αναμενόταν, της επίσκεψής μας στο Pai υπήρξε και η συναυλία των αστο να πάει. Συμμετείχαμε ενεργά στην οργάνωση και διεκπεραίωση του event, με το να μαγειρέψουμε και να πουλήσουμε φαγητό, (η Μέι Λί έφαγε πακέτο και εκτέλεσε χρέη σερβιτόρου για αρκετή ώρα, αφού αυτός που θα έπρεπε να βρίσκεται σε αυτή τη θέση «λάκισε» την τελευταία στιγμή) πάντα για το ταμείο του γκρουπ, αλλά και με το να παίξει ο Κώστας πλήκτρα στην συναυλία! Αξέχαστη βραδιά γενικώς με το γκρουπ σε αισθητά καλύτερη φόρμα και τον Βασίλη εκστασιασμένο να αρνείται να δεχτεί, ότι θα φεύγαμε τα το επόμενο πρωί και να κανονίζει το τι μέλλει γενέσθαι από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, πως θα «κινηθεί» η καινούρια ομάδα. Η αλήθεια είναι, παρόλο που μπορεί να ακουστεί αστεία, ότι το σκεφτήκαμε πάρα πολύ, να ανανεώσουμε την visa μας, να αφήσουμε πίσω το πλάνο νότια Ινδία και να συνεργαστούμε σαν ομάδα, τουλάχιστον για δύο μήνες. Δεν ξέρουμε τελικά, γιατί δεν το πράξαμε. Λίγο η επιθυμία να ξαναντικρύσουμε την κατά πολύ περισσότερο εντυπωσιακή, από όλες τις απόψεις, Ινδία, λίγο η έλλειψη απόλυτης εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του Βασίλη, μας οδήγησε στο να «σημάνουμε έξοδο» άλλη μια φορά. Το επόμενο πρωί λοιπόν, σηκωθήκαμε νωρίς και με βαριά καρδιά, φορτώσαμε τα backpack μας και πήραμε το λεωφορείο, για να επιστρέψουμε στο Chiang mai, από όπου θα παίρναμε ξανά λεωφορείο, πίσω για την Μπανγκόκ και από εκεί με αεροπλάνο πια πίσω στην Ινδία και συγκεκριμένα στην Κολκάτα ή Καλκούτα, αν προτιμάτε.
Εν συντομία λοιπόν, οι τελευταίες μέρες μας στη Ταϋλάνδη κύλησαν αρμονικά, χωρίς ιδιαίτερα απρόοπτα. Αφού φτάσαμε στο Chiang mai, αποφασίσαμε να περάσουμε το τελευταίο βράδυ μας στην Ταϊλάνδη εκεί, αντίθετα με το αρχικό πλάνο, που μας ήθελε να ξοδεύουμε την τελευταία μας νύχτα στην πολύβουη Μπανγκόκ. Συναντηθήκαμε άλλη μια φορά με τον Brett και τα ήπιαμε για τελευταία φορά στο εκπληκτικό Νorth gate. Τέλος λίγο πριν κάνουμε τσεκ άουτ το μεσημέρι της επόμενης, επέστρεψε και ο Βασίλης με την Dido από το Pai. Ήπιαμε όλοι μαζί ένα ποτό (λιγάκι ξηρό), χαιρετηθήκαμε και πήραμε το λεωφορείο της κυβέρνησης (δημόσιο και όχι ιδιωτικό) με προορισμό την Μπανγκόκ, από όπου θα παίρναμε ταξί για το αεροδρόμιο. Το λεωφορείο, κυριολεκτικά με όλες τις δυνατές ανέσεις( tv, μεγάλα καθίσματα, που ξάπλωναν, κουβέρτα, ac, δεν μας άφησαν κανένα περιθώριο αναβολής….. για άλλη μια φορά «ρίξαμε τούφες»).


Το reggae festival





Το μοναχικό μας bungalow.


Ένα από τα τεχνητά θερμά λουτρά... Ο Κώστας και η Dido μπανιαρίζονται



Εξερευνώντας το σπήλαιο με τον οδηγό μας που δεν μιλάει λέξη αγγλικά.. απλά μας δείχνει τις πέτρες και τις ταμπέλες!

Βγαίνοντας από το σπήλαιο


Σάββατο 9 Απριλίου 2011

Koh tao - το ηλιόλουστο νησί με σχήμα χελώνας

Οι μέρες μας στο Κοπανγιάν κύλησαν γρήγορα και όμορφα, όλες όμως με το ίδιο παράπονο για τον ήλιο, μιας και πραγματικά νόμιζες, ειδικά τις τελευταίες μέρες, ότι είχε εγκαταλείψει οριστικά και αμετάκλητα το νησί. Τα σύννεφα, γκρίζοι βασιλιάδες του ουρανού τουλάχιστον στο Τσάλοου Κλαν, πηγαινοέρχονταν καθημερινά, από και προς όλα τα σημεία του ορίζοντα, καθ’ όλη τη διάρκεια της μέρας, αλλά και της νύχτας(το βράδυ της παραμονής του νέου έτους περιμέναμε μάταια να σταματήσει η βροχή, για να πάμε στο μεγάλο πάρτυ στο Χατ ριν, στη νότια πλευρά του νησιού), αφήνοντας τις περισσότερες φορές πίσω τους σεβαστές ποσότητες νερού. Αρχικά φανήκαμε εύπιστοι σε κάποιες φήμες, που ήθελαν το Τσάλοου κλαν να είναι το πιο βροχερό μέρος του νησιού, για αυτό, αφού συμπληρώσαμε τις 30 ημέρες ενοικίασης στο μέχρι τότε σπίτι μας, αποφασίσαμε να μεταφερθούμε και να μείνουμε για κάποιες μέρες, σε ένα πιο ηλιόλουστο(τουλάχιστον έτσι μας είπαν, αλλά και σε εμάς έτσι φάνηκε στην αρχή…) μέρος του νησιού, σε ένα bungalow, διπλά σε μία πολύ όμορφη παραλία. Μαζέψαμε λοιπόν για άλλη μια φορά τα backpacks μας, πράγμα που μας καθυστέρησε λιγάκι( όσοι μας γνωρίζουν καλά, γνωρίζουν, πόσο τρομακτικά «τακτικοί» μπορούμε να γίνουμε) και κατά το απόγευμα ξεκλειδώσαμε την πόρτα της καινούριας «φωλιάς» μας, πάντα με την «θριαμβευτική» συνοδεία του ήλιου. Το ίδιο βράδυ, αφού κάναμε το μπάνιο μας , απολαύσαμε ταυλανδική κουζίνα στο εστιατόριο, ακριβώς δίπλα στο bungalow μας και παραδοθήκαμε στον ύπνο κάτω από την απαραίτητη(…πολλαά κουνούπια!) κουνουπιέρα, που διέθετε το δωμάτιο, αναμένοντας αγωνιωδώς την επόμενη ηλιόλουστη μέρα.
Ο, λίγο ή πολύ γνωστός σε όλους μας, νόμος του Merfy αναφέρει εκτός άλλων, ότι, αν είναι να αποβεί κάτι κακό και άτυχο, θα αποβεί μοιραία, άσχετα με το τι ενέργειες θα πράξουμε οι ίδιο, ώστε να αποφευχθεί. Νωρίς το πρωί λοιπόν ξυπνήσαμε γλυκά γλυκά με τις ψιχάλες της βροχής να χτυπούν την ψάθινη και από φύλλα φοίνικα καλυμμένη, σκεπή μας. Μέσα σε 10 λεπτά από τη στιγμή εκείνη και ενώ εμείς παραγγέλναμε πρωινό, όντας νυσταγμένοι και εκνευρισμένοι, ξέσπασε πραγματική τροπική καταιγίδα, ακινητοποιώντας μας στις θέσεις μας.
Η απόφαση λήφθηκε αυτοστιγμή. Αν σταματούσε η μπόρα εγκαίρως θα παίρναμε τα πράγματα μας, θα επιστρέφαμε το μηχανάκι και θα προλαβαίναμε το μεσημεριανό πλοίο για Koh tao (αρκετά τουριστικό κοντινό νησί, πολύ διάσημο για καταδύσεις). Έτσι και έγινε και εγκαταλείψαμε το Κο πανγιαν βιαστικά, χαιρετώντας όσους προλάβαμε και …πάμε για άλλα!
Δυο τρεις ώρες μετά, φτάνουμε στο Koh tao. Η πληροφορία, ότι το μέρος είναι πιο τουριστικό επιβεβαιώνεται άμεσα. Στο λιμάνι μας περιμένουν 20 με 30 πωλητές – μεσάζοντες, για να μας μεταφέρουν με θαλάσσια ή μη, ταξί, είτε σε καποια δωμάτια, είτε οπουδήποτε αλλού θέλαμε ή θέλανε. Τελικά αποφασίζουμε, να ακολουθήσουμε το πλάνο, που θα έπρεπε να είχαμε ακολουθήσει και στο Κο Πανγιαν, να νοικιάσουμε δηλαδή μηχανάκι, να ψάξουμε που θα μείνουμε και μετά να μεταφέρουμε εκεί τα πράγματα. Αλίμονο όμως, δεν ταιριάζουν όλα τα πλάνα για όλα τα μέρη και πολλές φορές οι γνωστοί σου δίνουν πολύ λάθος πληροφορίες. Δέκα λεπτά αφού έχουμε νοικιάσει το μηχανάκι, συνειδητοποιούμε ότι το νησί είναι υπερβολικά μικρό (η μεγάλη του πλευρά ήταν και 4 χλμ!!!) και ότι ,όλοι οι δρόμοι, εκτός του κεντρικού, είναι η χαρά του οδηγού εντούρο KTM και όχι απλά λίγο δύσκολοι, όπως μας είχαν πει. Ok, να μην υπερβάλουμε, δεν είναι ακατόρθωτο, αλλά θέλει σίγουρα παραπάνω από ένα μήνα εμπειρίας οδήγησης στο μηχανάκι, να βρίσκεται πάνω στη σέλα μόνο ένα άτομο σε πολλά σημεία και κυρίως να διαθέτεις δύναμη και εγρήγορση, ώστε να κρατάς το μηχανάκι όρθιο τις πολλαπλές φορές που θα πάει να πέσει.
Μετά από ανούσιες και αποτυχημένες προσπάθειες, διάρκειας περίπου μιας ώρας, να πλαισιώσουμε την παραλία CHAR από το μοναδικό επιμελώς «λακουβοστρωμμένο» δρόμο, αποφασίζουμε να μείνουμε ένα βράδυ σε κάποιο συμπαθητικό δωμάτιο, πολύ κοντά στην παραλία, στο κέντρο της πόλης και την επόμενη μέρα πιά, αφού επιστρέψουμε το μηχανάκι, να φτάσουμε την παραλία char με θαλάσσιο taxi( σίγουρος και.. ασφαλώς ασφαλέστερος τρόπος!). Το επόμενο πρωί λοιπόν,ακολουθούμε το πλάνο και καταφθάνουμε στην πολυπόθητη παραλία. Το μέρος είναι πολύ ωραίο, τελικά άξιζε τον κόπο. Ξεκινάμε λοιπόν την αναζήτηση δωματίου. Το πρώτο δυστυχώς ,που ήταν και το πιο ωραίο, δεν έχει, το δεύτερο διαθέτει ένα για τέσσερα άτομα σχετικά ακριβό,(600 bhat ή 15 ευρώ!!), ενώ το τρίτο έχει μόνο κάτι τρύπιες καλύβες από φύλλα και τουαλέτα με θέα στο μονοπάτι, σε αληθινά εξωφρενικές τιμές!!(800 bhat ;ή 20 ευρώ!)- εκεί αρνούμαστε κατηγορηματικά να μείνουμε!-. Πάνω που η απελπισια αρχίζει να «κυριεύει» τα πρόσωπά μας, μας λένε από το πρώτο, ότι κάποιο δωμάτιο θα μείνει ελεύθερο. Ενθουσιαζόμαστε και περιμένοντας να αδειάσει, χαλαρώνουμε και τρώμε πρωινό. Μετά από κάνα δίωρο χωρίς κάποιο νεότερο, ρωτάμε και μαθαίνουμε ότι τελικά δεν θα αδειάσει το δωμάτιο. Καταριόμαστε λίγο τον τουρίστα, που αποφάσισε να παραμείνει και πάμε να νοικιάσουμε το τετράκλινο, που…… φυσικά έχει και αυτό νοικιαστεί… γιατί όποιος θέλει τα πολλά χάνει και τα λίγα!! Λίγο πριν από τα πρόθυρα του νευρικού κλονισμού λοιπόν, και ενώ όλοι μας λένε, ότι δεν διαθέτουν ελεύθερο bungalow, αποφασίζουμε, να επισκευάσουμε ένα μπάνγκαλοου με σπασμένη πόρτα.Τελικα.. για διάφορους λόγους δεν τα καταφέρνουμε ξανά, οπότε αποφασίζουμε, να μην κάνουμε απολύτως τίποτα, αφού όλα, οτιδήποτε και αν κάναμε, γύριζαν μπούμερανγκ εναντίον μας. Και πραγματικά από εκείνη την στιγμή και μετά περάσαμε πολύ ωραία, γνωρίζοντας ένα συμπαθέστατο ζευγάρι, έναν Άγγλο και μία Ελβετή συγκεκριμένα, που ήταν σε παρόμοια φάση με εμάς στην αρχή του ταξιδιού τους. Ήπιαμε τις μπύρες μας στο ηλιοβασίλεμα και συνεχίσαμε το βραδάκι στο εκπληκτικό μπαράκι, διώροφο δεντρόσπιτο μέσα στην θάλασσα, στο Banana Rock. Ξυπνήσαμε με σχετικό hangover κατά τις 5, για να μεταφερθούμε από το μπαλκόνι του εστιατορίου, όπου είχαμε καταφύγει, για να γλιτώσουμε την υγρασία, στην παραλία. Ξυπνήσαμε «τουμπανιασμένοι» από τα τσιμπίματα των κουνουπιών(Ωραία για πρώτη μέρα, έτσι?).
Παρά τις αναποδιές και απογοητεύσεις των δύο πρώτων ημερών στο νησί, από την στιγμή που πήραμε δωμάτιο – ένα πολύ ωραίο με θέα την θάλασσα και μπαλκονάκι - όλα κύλισαν πιο ομαλά και απολαύσαμε 3-4 μέρες ήλιου, θάλασσας, περιπάτους στην ζούγκλα, βόλτες με το κανό και snorkeling (παρατήρησης με την μάσκα - πολύ δημοφιλές σπορ στο Koh Tao, καθώς ο βυθός λίγα μέτρα από την παραλία είναι γεμάτο πολύχρωμα κοράλλια και εξωτικά ψάρια… είναι εκπληκτικά).Τελικά, αν έχεις γεννηθεί και μεγαλώσει στην Ελλάδα, ο ήλιος σου είναι απαραίτητος, για αυτό και εμείς τον χαρήκαμε ιδιαίτερα, που τόσο μας είχε λείψει στο Κοπανγκάν.



To Banana Rock ... το μπαρ - δεντρόσπιτο




Το bungalow αριστερά με την πέτρα είναι το δικό μας.
Δεν του φαίνεται αλλά έχει θέα





Και για τους ζωόφιλους... ένας πραγματικά τυπικός ταυλανδικός σκύλος