Διανύοντας τις ωραίες ηλιόλουστες μέρες στο Κο Τάο, κλείσαμε εισιτήρια για τα δυο σχεδόν 12ωρα τραίνα που θα μας πήγαιναν στο βορρά, το πρώτο πίσω Μπανγκόκ και το δεύτερο στο δημοφιλές Chiang Mai, όπου θα συναντούσαμε και την Dido με τον Βασίλη, που μαζί με το υπόλοιπο γκρουπ θα παίζανε στο μεγαλύτερο ετήσιο φεστιβάλ reggae της Ταϊλάνδης. Κατά την παραμονή μας στο Κοπανγκάν, βαρεθήκαμε να ακούμε για το γκρουπ και το πόσο καλά παίζουν, κάθε φορά, που συναντιούνται όλοι μαζί, ασχέτως με το πόσο απροβάριστοι είναι. Το λοιπόν, υποσχεθήκαμε, ότι θα δίναμε το παρόν, σαν αφοσιωμένοι οπαδοί της μουσικής τους, έχοντάς τους ακούσει live, ουκ ολίγες φορές. Επιπλέον ήταν και η τέλεια αφορμή, να φύγουμε από το τροπικό κλίμα των νησιών και να επισκεφτούμε και το λιγότερο τουριστικό, βόρειο τμήμα της Ταϊλάνδης.
Διανύοντας λοιπόν περισσότερα από 1500 χιλιόμετρα σε χρόνο διάρκειας 24 ωρών περίπου, φτάσαμε στο σταθμό του Chiang mai κατά στις οκτώ και μισή το βράδυ. Ευτυχώς για άλλη μια φορά ο Βασίλης είχε φροντίσει για τα πάντα, κλείνοντάς μας δωμάτιο στο guest house, που έμενε και ο ίδιος. Λίγο πριν φτάσουμε και ενώ έχουμε πάρει ήδη τουκ τουκ( η ταϊλανδική ονομασία για το rickshaw ), μας τηλεφωνεί και μας λέει , ότι τελικά θα πρέπει να φύγει, μιας και οι της συναυλίας τους έχουν κλείσει καλύτερα δωμάτια αλλού και μάλιστα δωρεάν. Δώσαμε ραντεβού για το επόμενο πρωί και, αφού κάναμε καυτό μπάνιο, βγήκαμε για την πρώτη «αναγνωριστική βολή», στα στενά του chiang mai, αναζητώντας τι άλλο? Φαγητό φυσικά, μιας και το τελευταίο εικοσιτετράωρο είχαμε ταλαιπωρήσει αρκετά τα στομάχια μας, αφήνοντάς τα σχεδόν άδεια.
Μερικές φορές, συμπεριφερόμαστε αψυχολόγητα και ..ενεργούμε το ίδιο αψυχολόγητα. Έτσι λοιπόν και εμείς, χωρίς κανένα προφανή λόγο, επιλέξαμε να κάτσουμε σε ένα μπαρ far west αισθητικής, χωρίς μενού για φαγητό, αλλά με country μουσική στη διαπασών και μοναδικούς της πελάτες εμάς. Περιμένοντας το φαγητό μας, προσπαθήσαμε μάταια να μιλήσουμε μεταξύ μας, αφού η ένταση της μουσικής το καθιστούσε αδύνατο. Παρόλα αυτά, παρατήρησα τη Μέι Λί, να γουρλώνει τα μάτια της κάποιες φορές, κοιτώντας πίσω από εμένα, αλλά δεν έδωσα τελικά την δέουσα σημασία(καλά να πάθω), πιστεύοντας ότι απλά ήταν αφηρημένη. Αργότερα γνωρίσαμε τον Ταϊλανδό καουμπόι, ιδιοκτήτη του μαγαζιού, καθώς και την γυναίκα του, με τους οποίους κάτσαμε να πιούμε μια μπύρα έξω από το μπαρ, σε ένα τραπεζάκι στην άκρη του δρόμου…. Ήταν απίστευτο αυτό που είδαμε(Η Μέι Λί το είχε δει ήδη όπως μου εκμυστηρεύτηκε, αλλά δεν θέλησε να με αγχώσει!). Μέσα στο μπαρ, κάτω στο πάτωμα πηγαινοέρχονταν τεράστιοι, βρώμικοι, πληγωμένοι από δόντια σκύλου(του cowboy), αρουραίοι, οι οποίοι φτάνανε πάνω από το πιάτο του σκύλου του καουμπόι, κλέβανε τροφή και επέστρεφαν γρήγορα στη φωλιά τους, που βρισκόταν μέσα στο μαγαζί. Παρόλα αυτά η παρέα μαζί τους(όχι με τα ποντίκια!) ήταν ενδιαφέρουσα και διασκεδαστική, με τον cowboy να μας δείχνει το ημερολόγιό του από τα ταξίδια του με autostop(πέρασε μάλιστα και από Ελλάδα, συγκεκριμένα από Θεσσαλονίκη και από Αλεξανδρούπολη) και τη γυναίκα του, που ήταν κατά 22 χρόνια νεότερη, να μας λέει, πόσο τον αγαπάει και να του γκρινιάζει γλυκά για το ποτό(Ο τύπος είναι 64 χρονών και πίνει κάθε μέρα τα τελευταία 30 χρόνια, περίπου δύο μπουκάλια ουίσκι. Ο ίδιος, από ό, τι μας είπε, πιστεύει, ότι του κάνει καλό στην υγεία του και ότι δεν έχει επισκεφθεί ποτέ το γιατρό, εξαιτίας αυτού( αυτό θα πει… τύχη!)Γενικά πάντως, όπως άλλωστε αποδείχτηκε, οι Ταϊλανδοί γουστάρουν, να πίνουν πολύ και εννοούμε πολύ!
Την επόμενη μέρα ξυπνήσαμε νωρίς και, αφού κάναμε thai massage για μία ώρα μόλις με 4 ευρώ ο καθένας, νοικιάσαμε μηχανάκι, με το οποίο θα πηγαίναμε να βρούμε τον Βασίλη και την dido, στην άλλη άκρη της πόλης. Τελικά το καταφέραμε, αλλά πραγματικά υπήρξε αγχωτικό, κουραστικό και κυρίως τελείως διαφορετικό από την οδήγηση στους ανοιχτούς και άδειους δρόμους του κοπανγιάν.
Στο δωμάτιο ενός πολύ ακριβού και «χλιδάτου» ξενοδοχείου, ξαναβρήκαμε τον Βασίλη και γνωρίσαμε και την υπόλοιπη τρελοπαρέα, μέλη του γκρουπ, τον γερμανό και οργανωτικό drummer Κάι, τον αυστραλό πολυλογά κιθαρίστα –τραγουδιστή( αυτό σηκώνει συζήτηση) Bruce, την υπερβολικά νέα(μόλις 19 χρονών) Αγγλίδα σαξοφωνίστα Φοίβη, τον Ταϊλανδό χαρούμενο και μόνιμα μεθυσμένο(όχι από τη ζωή δυστυχώς) μπασίστα, που το όνομά του μας διαφεύγει και άλλους «πειραγμένους», συνολικά 9, όλοι από διαφορετικές χώρες. Αφού μας έδωσαν τα δωρεάν πάσο μας για τη συναυλία(θα περνούσαμε την είσοδο ως μέλη του γκρουπ) πήραμε τον μακρύ και δύσκολο να βρεθεί, δρόμο προς την τοποθεσία της συναυλίας, περίπου 20 χιλιόμετρα έξω από το chiang mai.
Το μόνο πράγμα, που είχαμε υπόψη μας για αυτό το φεστιβάλ, ήταν, ότι αποτελούσε ένα από τα μεγαλύτερα events της Ταϊλάνδης, με συμμετοχή από ονόματα και γκρουπ διεθνούς κλάσης, τουλάχιστον στο χώρο της reggae(ενδεικτικά αναφέρουμε τους Εasy star all stars και έναν από τους πολλούς γιους του Bob Marley, τον Ky-Mani Marley. Μέσα μας υπήρχε διάχυτος ο φόβος, το τί μέλλει γενέσθαι, όσον αφορά την είσοδό μας στο χώρο της συναυλίας, μιας και τα πάσα μας έγραφαν επάνω ξεκάθαρα, ότι ήμασταν artists, μέλη του γκρουπ, αλλά δεν φαινόμασταν καθόλου(σκεφτείτε, δεν είχαμε καν όργανα).
Οι λαϊκές παροιμίες πάντα απορρέουν από τη σοφία, που δίνουν τα καθημερινά κοινά βιώματα των ανθρώπων. Προτροπές, αποτροπές, ευχές και κατάρες και πάντα σωστά, μα απολύτως σωστά συμπεράσματα. «Όπου ακούς πολλά κεράσια…… κράταγε μικρό καλάθι»! Πραγματικά, τζάμπα το άγχος,… «τζάμπα καίει η λάμπα», όπως θα έλεγε και η διάσημη Ελληνίδα τραγουδίστρια. Δεν μας ρώτησαν απολύτως τίποτα. Αντίθετα μόλις αντίκρισαν τα πάσο μας, φάνηκαν να γίνονται άκρως εξυπηρετικοί( σεβασμός στον καλλιτέχνη πάνω από όλα). Tο μεγάλο αυτό φεστιβάλ δεν είχε να ζηλέψει τίποτα, όσο αφορά την ανοργανωσιά και τη μη λειτουργικότητα των αντίστοιχων ελληνικών events. Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε το γεγονός, ότι σε όλο το χώρο της συναυλίας εκτός από επιλεγμένα μέρη, απαγορευόταν το κάπνισμα (μιλάμε για reggae festival έτσι??), και σε όλο το γύρω χώρο βρίσκονταν διάσπαρτα και σε αφθονία χοντρά δεμάτια από ξηρό σανό(τέλειες προϋποθέσεις για μια καλή πυρκαγιά). Τελικά περίπου στο μέσο της συναυλίας και μέχρι το τέλος της ο κόσμος, παρασυρμένος από το πραγματικά πολύ κρύο που επικρατούσε, άρχισε να καίει σεβαστές ποσότητες σανό, με σκοπό να ζεσταθεί. Έτσι λοιπόν δεν έλειψαν και τα παρατράγουδα, με κάποιες από τις φωτιές να πυρώνουν αρκετά και να σβήνουν με αρκετή δυσκολία στη συνέχεια!
Οι Ταϊλανδοί ωστόσο, για άλλη μια φορά αποτέλεσαν το πιο “hot stuff” της βραδιάς, με το να πίνουν ασταμάτητα και ανεξέλεγκτα τρομακτικές ποσότητες αλκοόλ, κυριολεκτικά μέχρι τελικής πτώσης, αφού στο τέλος κατέληγαν να χορεύουν και να κυλιούνται ημίγυμνοι, άντρες και γυναίκες, πάνω στα δέματα από σανό.
Εντωμεταξύ η ώρα περνούσε και εμείς, όντας στα παρασκήνια μαζί με τους υπόλοιπους -άστο να πάει-(το όνομα του γκρουπ!!), περιμέναμε εναγωνίως την είσοδο του Βασίλη και των υπολοίπων στη σκηνή. Δυστυχώς τελικά περιμέναμε πάρα πολύ, ενώ το κρύο δυνάμωνε όλο και περισσότερο. Η αρχικά καθορισμένη ώρα, για να παίξουν, ήταν περίπου στις 12 το βράδυ, αλλά, κάτι λίγο με την καθυστέρηση του κάθε γκρουπ, κάτι λίγο με τη γενικότερη κακή οργάνωση, ανεβήκαν στη σκηνή με λιγότερο από 500 άτομα από κάτω περίπου στις 4 και μισή το ξημέρωμα! Η όλη σκηνική παρουσία τους καλή ως μέτρια, αλλά με ξεκάθαρα απροβάριστο δέσιμο και παίξιμο.
Επιπλέον το κρύο, τσουχτερό και έντονο, μας είχε καταβάλει αρκετά, έτσι ώστε να μην μπορέσουμε πραγματικά να τους χαρούμε.
Η επόμενη μέρα κύλισε πολύ χαλαρά και το βράδυ, αυτή τη φορά χωρίς τον Βασίλη, αλλά μόνο οι δύο μας, επισκεφτήκαμε για δεύτερη και τελευταία φορά το reggae festival, για να δούμε από κοντά και τον Ky-Mani Marley! Μάλλον τόσο τα κακά της προηγούμενης ημέρας, όσο και η παρουσία του γιού του ζωντανού θρύλου της reggae «τους είχαν βάλει γυαλιά»,, μιας και όλα, μα όλα ήταν πιο προσεγμένα! Δυσκολευτήκαμε λιγάκι να ξαναπεράσουμε την κεντρική είσοδο με τα ίδια πάσα, ενώ στη συνέχεια μας αρνήθηκαν την είσοδο στα παρασκήνια(προφανώς λόγω του Marley η ασφάλεια ήταν μεγάλη και πολύ αυστηρή. Νιώσαμε λιγάκι, κυρίως λίγα λεπτά πριν βγει στην σκηνή, σαν να επρόκειτο να βγει, για δημόσια ομιλία ο πλανητάρχης Ομπάμα με αρκετούς «φουσκωτούς» τριγύρω, να τσεκάρουν τον χώρο για τυχόν επίδοξους δολοφόνους ή άλλες παράξενες μορφές).
Παρακολουθώντας τώρα ζωντανά το γιο του Bob Marley, καταλήξαμε σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα. Ειλικρινά τόσο η αρτιότητα της ακουστικής του ήχου, όσο και η παρουσία πεπειραμένων επαγγελματιών μουσικών, δεν άφησαν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης, όσον αφορά την ποιότητα και τη δυναμικότητα της συναυλίας! Το μόνο πρόβλημα είναι, ενώ ο ίδιος διαθέτει πολύ «δυνατά» και ωραία κομμάτια, ο κόσμος, συμπεριλαμβανομένου και εμάς, ήξερε και τραγουδούσε μαζί του μόνο τα τραγούδια του πατέρα του. Τελικά το να είσαι γιος διάσημου και κλασσικού πλέον τραγουδιστή, λειτουργεί περισσότερο αρνητικά από ότι θετικά, δίνοντάς σου μια αρχική ώθηση μεν, στερώντας σου την πρωτοπορία και την προσωπικότητα δε, γιατί σου είναι πολύ δύσκολο να «βγεις από τη μεγάλη σκιά του».
Η τελευταία νύχτα στο chiang mai μας βρήκε στο North Gate ένα εκπληκτικό jazz μπαράκι, που κάθε μέρα φιλοξενεί και ένα διαφορετικό τοπικό γκρουπ. Και όταν λέμε γκρουπ, εννοούμε επαγγελματικές, εμπνευσμένες και άρτια τεχνικά καταρτισμένες μπάντες, που θα ζήλευαν πολλά διάσημα, αμερικανικά και ευρωπαϊκά, γκρουπ. Εκεί χαιρετίσαμε και τον Brett για τελευταία φορά (τουλάχιστον έτσι πιστεύαμε), ο οποίος τα τσούγκρισε με την υπόλοιπη μπάντα και κυρίως το Βασίλη, για αυτό και δεν θα τους ακολουθούσε στο Pai, όπου θα πραγματοποιούσαν μια δεύτερη συναυλία, αυτή τη φορά σαν headliners όμως. Εμείς ωστόσο, ορκισμένοι οπαδοί τους και με «χρέη» μάγειρα, για το γκρουπ και όχι μόνο, αποφασίσαμε, να ενδώσουμε στην πρόσκλησή τους ξανά και να τους ακολουθήσουμε. Επιπλέον οι πληροφορίες που είχαμε, ήθελαν το Pai να είναι ένα από τα ομορφότερα, αλλά και τουριστικότερα ορεινά μέρη της Ταϊλάνδης, γεμάτο με βουνά, νερά και πολύ ζωντανή φύση.
Κατά το απόγευμα της επόμενης μέρας, περίπου στις πέντε φτάναμε με λεωφορείο στο διάσημο Pai. Η πρώτη εντύπωση υπήρξε σίγουρα θετική (..πανέμορφο ορεινό χωριό!), μαζί όμως με όλα τα κακά παρελκόμενα, που φέρνει ο μαζικός τουρισμός σε ένα μέρος. Στο κέντρο περίπου του χωριού τοποθετείται και ένα από τα ποτάμια που διασχίζουν το Pai. Θα μπορούσε να πει κανείς, ότι το όλο τοπίο σαν περιγραφή θυμίζει αρκετά το μυθικό Σάιρ, το χωριό των χόμπιτ.
Στις όχθες αυτού του ποταμού λοιπόν, κατόπιν μακράς και κουραστικής έρευνας, νοικιάσαμε ένα πανέμορφο bungalow. Επιλέξαμε να μην μείνουμε στο ίδιο guest house με το Βασίλη και το υπόλοιπο γκρουπ και αυτό γιατί ειλικρινά το δωμάτιο που είχαμε βρει ήταν πολύ ήσυχο με εκπληκτική θέα στο ποτάμι.
Οι συνολικά τέσσερις ημέρες παραμονής μας στο Pai κύλησαν με πλήρη χαλαρότητα, γεμάτες με ημερήσιες εκδρομές(πάντα με μηχανάκι) στα διάφορα τριγύρω μέρη και κυρίως σε έναν πανέμορφο ηλιόλουστο καταρράκτη, όπου και γνωρίσαμε άλλους ταξιδιώτες, διαφόρων εθνικοτήτων. Ο δρόμος ωστόσο, που οδηγεί εκεί, είναι «πυκνοφυτεμένος» από χωρικούς, οι οποίοι θέλουν να σου πουλήσουν, είτε κάνναβη, είτε δυστυχώς, γιατί αυτό είναι πραγματικά θλιβερό… ηρωίνη! Ναι, είναι απίστευτο και απαράδεκτο, αλλά μας σταμάτησαν περισσότερες από 5 φορές κάθε φορά, που πήγαμε εκεί. Μας πήρε λίγη ώρα να καταλάβουμε τι ακριβώς εννοούσαν, όταν λέγανε «έλοϊν, έλοϊν» (σαν όνομα ξωτικού ακούγεται!). Εντάξει, η ακουστική θυμίζει αρκετά, αλλά το μυαλό μας ήταν αδύνατο να πάει εκεί, λόγω του μέρους. (Αν υποθέσουμε, ότι βρισκόμασταν σε πόλη, θα το είχαμε αντιληφθεί σίγουρα αρκετά νωρίτερα, αλλά σε ένα τέτοιο πραγματικά παραμυθένιο μέρος, το τελευταίο πράγμα, που περιμένεις να βρεις και μάλιστα σε τέτοια αφθονία, είναι η ηρωίνη….).
Αξιοσημείωτη υπήρξε και η ημερήσια μας εκδρομή-επίσκεψη σε ένα μεγάλο σπήλαιο, που βρίσκεται 40 χιλιόμετρα περίπου έξω από το Pai. Η διαδρομή μέχρι να φτάσουμε εκεί, ήταν μαγικής ομορφιάς, γεμάτη πράσινο χρώμα και μυρωδιές ζωντανής φύσης. Στο μέσο περίπου της διαδρομής κάναμε ένα μικρό απαραίτητο, για να ξεπιαστούμε από το μηχανάκι, διάλλειμα και παρακολουθήσαμε διάφορους χωρικούς, άντρες και κυρίως γυναίκες, ντυμένους με παραδοσιακά ενδύματα. Το σπήλαιο υπήρξε πραγματικά εντυπωσιακό και αρκετά μεγαλύτερο από αυτά που τουλάχιστον εμείς οι ίδιοι έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε. Για να το διασχίσεις ολόκληρο, χρειάζεσαι και βάρκα, με την οποία θα περάσεις διάφορα, μη προσβάσιμα αλλιώς, μέρη. Στα συγκεκριμένα μέρη παρατηρήσαμε κοπάδια χοντρών και μεγάλων ψαριών, να πλαισιώνουν την βάρκα-σχεδία και να περιμένουν φαγητό από τους τουρίστες, αφού στην είσοδο μπορούσες να αγοράσεις τροφή αποκλειστικά για αυτό το λόγο.
Θα πρέπει άλλωστε, να αναφερθούμε και στην επίσκεψή μας στα θερμά λουτρά, που διαθέτει το Pai, τόσο στα κατασκευασμένα, όσο και στα εντελώς φυσικά σε εξωτερικό χώρο. Ιδιαίτερα στα φυσικά, απολαύσαμε ένα υπέροχο πρωινό σε μια απίστευτη φυσικά διαμορφωμένη «πισίνα», μέσα στο δάσος, εντελώς μόνοι. Και στα πρώτα όμως, δεν περάσαμε λιγότερο καλά, πάντα με την χαρούμενη συντροφιά της Dido, που δεν σταμάτησε να μας χαμογελάει ούτε μια στιγμή.
Τέλος σημαντικό γεγονός, όπως εξάλλου αναμενόταν, της επίσκεψής μας στο Pai υπήρξε και η συναυλία των αστο να πάει. Συμμετείχαμε ενεργά στην οργάνωση και διεκπεραίωση του event, με το να μαγειρέψουμε και να πουλήσουμε φαγητό, (η Μέι Λί έφαγε πακέτο και εκτέλεσε χρέη σερβιτόρου για αρκετή ώρα, αφού αυτός που θα έπρεπε να βρίσκεται σε αυτή τη θέση «λάκισε» την τελευταία στιγμή) πάντα για το ταμείο του γκρουπ, αλλά και με το να παίξει ο Κώστας πλήκτρα στην συναυλία! Αξέχαστη βραδιά γενικώς με το γκρουπ σε αισθητά καλύτερη φόρμα και τον Βασίλη εκστασιασμένο να αρνείται να δεχτεί, ότι θα φεύγαμε τα το επόμενο πρωί και να κανονίζει το τι μέλλει γενέσθαι από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, πως θα «κινηθεί» η καινούρια ομάδα. Η αλήθεια είναι, παρόλο που μπορεί να ακουστεί αστεία, ότι το σκεφτήκαμε πάρα πολύ, να ανανεώσουμε την visa μας, να αφήσουμε πίσω το πλάνο νότια Ινδία και να συνεργαστούμε σαν ομάδα, τουλάχιστον για δύο μήνες. Δεν ξέρουμε τελικά, γιατί δεν το πράξαμε. Λίγο η επιθυμία να ξαναντικρύσουμε την κατά πολύ περισσότερο εντυπωσιακή, από όλες τις απόψεις, Ινδία, λίγο η έλλειψη απόλυτης εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του Βασίλη, μας οδήγησε στο να «σημάνουμε έξοδο» άλλη μια φορά. Το επόμενο πρωί λοιπόν, σηκωθήκαμε νωρίς και με βαριά καρδιά, φορτώσαμε τα backpack μας και πήραμε το λεωφορείο, για να επιστρέψουμε στο Chiang mai, από όπου θα παίρναμε ξανά λεωφορείο, πίσω για την Μπανγκόκ και από εκεί με αεροπλάνο πια πίσω στην Ινδία και συγκεκριμένα στην Κολκάτα ή Καλκούτα, αν προτιμάτε.
Εν συντομία λοιπόν, οι τελευταίες μέρες μας στη Ταϋλάνδη κύλησαν αρμονικά, χωρίς ιδιαίτερα απρόοπτα. Αφού φτάσαμε στο Chiang mai, αποφασίσαμε να περάσουμε το τελευταίο βράδυ μας στην Ταϊλάνδη εκεί, αντίθετα με το αρχικό πλάνο, που μας ήθελε να ξοδεύουμε την τελευταία μας νύχτα στην πολύβουη Μπανγκόκ. Συναντηθήκαμε άλλη μια φορά με τον Brett και τα ήπιαμε για τελευταία φορά στο εκπληκτικό Νorth gate. Τέλος λίγο πριν κάνουμε τσεκ άουτ το μεσημέρι της επόμενης, επέστρεψε και ο Βασίλης με την Dido από το Pai. Ήπιαμε όλοι μαζί ένα ποτό (λιγάκι ξηρό), χαιρετηθήκαμε και πήραμε το λεωφορείο της κυβέρνησης (δημόσιο και όχι ιδιωτικό) με προορισμό την Μπανγκόκ, από όπου θα παίρναμε ταξί για το αεροδρόμιο. Το λεωφορείο, κυριολεκτικά με όλες τις δυνατές ανέσεις( tv, μεγάλα καθίσματα, που ξάπλωναν, κουβέρτα, ac, δεν μας άφησαν κανένα περιθώριο αναβολής….. για άλλη μια φορά «ρίξαμε τούφες»).


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου