Από την πρώτη μέρα της παραμονής μας στο σπίτι-bangalow, o Κώστας επιδόθηκε στην εκμάθηση οδήγησης με μηχανάκι. Στην αρχή αντιμετωπίσαμε κάποια προβληματάκια(..ε, έπρεπε να δικαιολογηθεί ο όρος αρχάριος….), αλλά εξοικειωθήκαμε με το αντικείμενο σχετικά γρήγορα( το πολύ σε διάστημα τεσσάρων, πέντε ημερών) και καταλήξαμε, να το χρησιμοποιούμε παντού και για το οτιδήποτε.(ναι, ουσιαστικά μιλάμε για κατάχρηση!). Εντάξει, είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο, ότι το νησί ενδείκνυται για μηχανάκι και ότι η «ακαταμάχητη» τιμή ενοικίασης(2-3.5 ευρώ την μέρα), που σου επέτρεπε, να περιπλανηθείς σε οποιοδήποτε μέρος του νησιού, μας έκανε να παρασυρθούμε λιγάκι παραπάνω, αλλά άξιζε τον κόπο συνολικά. Ο πρώτος ντόπιος ταϊλανδός, που γνωρίσαμε, μόνιμος κάτοικος του κοπανγκάν και ψαράς στο επάγγελμα ήταν ο Κάι. Συμπαθητικότατος άνθρωπος, πάρα πολύ ήρεμος, με αγγλικά, που χρειάζονται αρκετή φαντασία, για να αποκωδικοποιηθούν (π. χ η έκφραση «μάι—γουάι-η-ράι» μεταφράζεται στα αγγλικά, my wife eats rice!),νομίζουμε, ότι υπήρξε η σημαντικότερη γνωριμία μας, μαζί βέβαια με τον Βασίλη και τη Dido, (Έλληνας και Κινέζα αντίστοιχα), όπως θα δούμε παρακάτω. Ο Κάι λοιπόν ζει μαζί με τη κόρη του στην αποθήκη ενός μπαρ, που διατηρεί σε συνεργασία με τους άλλους δύο(Βασίλη και Dido).. Η σύζυγός του δυστυχώς, όντας εξαρτημένη από τον τζόγο, στοιχημάτισε και έχασε κατά περιόδους όλη τους την περιουσία, κινητά και ακίνητα υπάρχοντα, στο καζίνο, και στη συνέχεια τον εγκατέλειψε, αφήνοντάς του και την αποκλειστική κηδεμονία της μικρής τους κόρης… Έτσι τουλάχιστον μας εκμυστηρεύτηκε ο ίδιος κάποιο βράδυ, που είχαμε μείνει μόνοι στο μαγαζί του. Τώρα πια δεν του ανήκει τίποτα, ούτε καν το πλοιάριο, που χρησιμοποιεί για ψάρεμα και χρησιμοποιήσαμε και εμείς στο αξέχαστο fishing trip, που ακολούθησε. Στο συγκεκριμένο λοιπόν ταξίδι, πήραμε μέρος συνολικά έξι άτομα, εκτός από εμάς άλλοι δύο Ιταλοί, ο Κάι και ένας φίλος-συγγενής του, Ταυλανδός και αυτός. Ο Κώστας από μικρός είχε απωθημένο με την έννοια ψάρεμα, μιας και είχε αποπειραθεί ουκ ολίγες φορές, πάντα όμως με τον ίδιο μηδενικό αριθμό ψαριών σαν τελικό αποτέλεσμα! Η συγκεκριμένη ωστόσο φορά υπήρξε καταλυτική(σαν «κάθαρση» σε αρχαίο δράμα..), αφού συνολικά πιάσαμε 25 κιλά ψάρια, με τον Κάι να πρωταγωνιστεί, όπως ήταν φυσικό και επόμενο, αγκιστρώνοντας μόνος του τα 15 κιλά! Η Μέι Λί έβγαλε από τον βυθό τέσσερα ή πέντε, ενώ ο Κώστας σχεδόν 20 ψάρια, παρόλα αυτά, μόνο αυτή άγγιξε τον ultimate task..,τραβώντας έξω από τα εκπληκτικά ήρεμα νερά του κόλπου της Ταϋλάνδης μία συναγρίδα, που το βάρος της άγγιζε το ένα κιλο!!
Μελανό σημείο αποτέλεσε το όλο άγχος, που δημιουργήθηκε στην αρχή της βραδιάς, όταν Κάι μας δήλωσε, ότι ξέχασε να φέρει καλαμάρια για δόλωμα( για όσους δεν γνωρίζουν το καλαμάρι είναι ο αγαπημένος μεζές των ψαριών και κατά συνέπεια το καλύτερο δυνατό δόλωμα) και ότι θα έπρεπε να πιάσουμε εμείς οι ίδιοι, τουλάχιστον μέχρι να βρούμε να αγοράσουμε, από κάποιο περαστικό ψαροκάικο….! (.. «βλέπω καΐκια στο γιαλό και εγώ τους γνέφω στο καλό»!!). Τελικά όμως και καλαμάρια πιάσαμε και άλλα βρήκαμε να αγοράσουμε και το κυριότερο, πιάσαμε πολλά, μα πάρα πολλά ψάρια σε ένα ταξίδι συνολικής διάρκειας 16 ωρών, μιας και ο Κάι ξεχάστηκε, αφού συνέχισε να ψαρεύει όλη τη νύχτα, μέχρι και τις πρώτες πρωινές ώρες της επομένης, ενώ όλοι εμείς οι υπόλοιποι είχαμε ήδη «καταθέσει τα όπλα» στα πόδια του ύπνου. Α..παραλίγο να το ξεχάσουμε! Ο Κώστας στην προσπάθειά του να δέσει σφιχτά το αγκίστρι στην πετονιά, κατάφερε να αγκιστρωθεί βαθειά μέσα στο δάχτυλο (και όταν λέμε βαθειά, εννοούμε τουλάχιστον 2 πόντους)! Αφού προσπάθησε επανειλημμένα να το τραβήξει μόνος του έξω, χωρίς ωστόσο κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα (…δεν μπορείτε να φανταστείτε πως πονάει..ειλικρινά, όσο εύκολα μπαίνει μέσα στη σάρκα σου, τόσο δύσκολα βγαίνει από αυτή. Έχει τη δομή και τη λειτουργία του βέλους, θα μπορούσε να πει κανείς), δέχτηκε να τον κρατήσει ακίνητο κάποιος, για να μπορέσει, να του το τραβήξει απότομα με δύναμη έξω κάποιος τρίτος. Ο Κάι από την άλλη, δεν κατάλαβε τίποτα, γιατί βρισκόταν στο πίσω μέρος του πλοίου(συνολικά ήταν 9 μέτρα) και …..κάπνιζε ατελείωτα Bongs!!(Για όσους δεν είναι ενήμεροι επί του θέματος, τα bongs είναι αυτοσχέδιοι ναργιλέδες, φτιαγμένοι από καλάμι μπαμπού. Φανταστείτε το σαν έναν μακρύ κυλινδρικό σωλήνα, στο μέσο του οποίου εξέχει ένας μικρότερος χωνοειδής σωλήνας ,στο σχήμα πίπας κατά κάποιο τρόπο. Το τι καπνίζουν βέβαια με αυτούς τους ναργιλέδες, είναι αυτονόητο, έτσι??). Τελικά αντιλήφθηκε, τι ακριβώς συνέβη, την στιγμή του ξαγκιστρώματος…, καθώς η κραυγή του Κώστα έσπασε το γυάλινο πέπλο της σιωπής, που είχε σχηματιστεί και κυριεύσει τη νύχτα..(λέμε και καμία μαλ…ία, για να το ξεχάσουμε, γιατί πραγματικά ήταν γρήγορο μεν, οδυνηρότατο δε).
Η μοναδική διαθέσιμη φωτογραφία του Κάι, ο οποίος ετοιμάζει την πετονιά για καλαμάριΑργά το πρωί της επόμενης μέρας γυρίσαμε σπίτι θριαμβευτές και για την επόμενη εβδομάδα τρώγαμε αποκλειστικά φρέσκο ψάρι, σε σημείο, που το σιχαθήκαμε. Η Νάνα πήρε τουλάχιστον 1 κιλό, ενώ ο Χοντρός(έτσι ονομάσαμε τον λευκό γάτο) κόντεψε κυριολεκτικά να σκάσει από το πολύ φαγητό.
Οι άνθρωποι όμως, που πραγματικά στιγμάτισαν την παραμονή μας, τόσο στο Κοπανγιαν, όσο και στην υπόλοιπη Ταϋλάνδη(Chiang mai, Pai), όπως θα δούμε στη συνέχεια, ήταν ο Βασίλης από το Αγρίνιο και η Dido από την Κίνα(δυστυχώς είναι αδύνατο να θυμηθούμε την πόλη). Εδώ είναι λοιπόν το σημείο, που θα πρέπει να αναφερθούν πολλά και για τους δύο αντίστοιχα. Ο Βασίλης ζει μακριά από την Ελλάδα τα τελευταία 16-17 χρόνια(δεν έχει πατήσει ξανά το πόδι του μέσα σε αυτό το διάστημα!), από τα οποία, τα νεότερα δέκα διαμένει στην Ταϋλάνδη, στην αρχή στο Pai, μετά chiang mai και πλέον στο Κοπανγκάν, όπου συντηρεί σπίτι μαζί με τη Dido, καθώς και το by the river, ένα μικρό μπαρ, τον τελευταίο ενάμισι χρόνο(το by the river. Σε γενικές γραμμές πρόκειται για άκρως συμπαθητικό άνθρωπο, διαθέσιμο πάντα να βοηθήσει τον άλλο, βαθιά ερωτευμένο με τη μουσική και συγκεκριμένα με το μπουζούκι του. Πραγματικά το παίξιμο και οι μελωδίες του μπορεί, να μην έχουν την αρτιότερη τεχνική κατάρτιση, αλλά σίγουρα διαθέτουν ρυθμό και έμπνευση αντίστοιχα, δίνοντας στο μπουζούκι έναν διαφορετικό και πιο blues ήχο. Από την άλλη πλευρά όμως είναι λιγάκι γκρινιάρης,(όπως όλοι οι καλλιτέχνες άλλωστε) πολύ, μα πολύ ξεροκέφαλος και κυρίως… λιγάκι «Ελληνάρας». Ναι, δυστυχώς αυτή η νεοπροσδιορισθείσα «ασθένεια» έχει μολύνει πολλούς Έλληνες στην Ταϋλάνδη, και συγκεκριμένα στο Κοπανγκάν. Όλοι αυτοί λοιπόν,μαζί το χ έχουν κατασκευάσει απίστευτες θεωρίες(θεωρίες του κώλου για να δώσουμε την αρμόζουσα βαρύτητα) και αναλώνονται σε τρισάθλια σοφίσματα τύπου, « οι Έλληνες έφτιαξαν πρώτοι πολιτισμό», «έδωσαν γέννηση στη δημοκρατία», «Βυζάντιο!!!» και άλλες τέτοιες μπούρδες, νομίζοντας, ότι πρέπει για όλα αυτά, να μας χρωστούν αιώνια ευγνωμοσύνη όλοι οι υπόλοιποι, που «ήρθαν δεύτεροι» παντού, μα παντού όμως!!??!(Έλεος…!!). Επειδή όμως η ώρα έχει περάσει και μάλλον δεν προλαβαίνουμε, απόψε τουλάχιστον, να «πάρουμε την Πόλη», αλλά κυρίως επειδή μόνο πρόσωπα σαν τον Λιακόπουλο ή τον Καρατζαφέρη ευημερούν εις βάρος τέτοιων εγκεφάλων (ο δεύτερος θα οργανώσει άλλωστε και το σχέδιο πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης..!! ), ενώ εμείς απλά καταγράφουμε τις εμπειρίες μας σε αυτό το blog και δεν υπάρχει άλλος καιρός και χώρος για «πέταμα», θα βάλουμε τελεία. Όσον αφορά την Dido πάλι, πρόκειται για έναν υπερβολικά πρόσχαρο, γεμάτο θετική και μόνο ενέργεια, καλοσυνάτο και αγαθό άνθρωπο. Στην έντονη έκφανσή τους τα 3 πρώτα στοιχεία δεν προηγούνται κάποιου προβλήματος, αντίθετα δημιουργούν καλύτερες προϋποθέσεις για επικοινωνία και παρέα (Η Μέι Λί έγινε πολύ καλή της φίλη, αλλά και ο Κώστας τη συμπάθησε πολύ). Στο τέταρτο όμως(αγαθός) τίθεται ένα θέμα, καθ’ ότι πολλές φορές η ίδια αρνείται ή αδυνατεί, να καταλάβει διάφορα απλά ζητήματα ή την πραγματική ενέργεια των γύρω της (μία από τις πιο κλασσικές εικόνες, που έχουμε στο μυαλό μας είναι, ο Βασίλης να βρίζει την Dido ακατάπαυστα στα ελληνικά, κάποιες φορές με χοντράδες, ενώ εκείνη να χαμογελά ευτυχισμένη και να μας λέει, ότι μάλλον θα πρέπει να την βρίζει, αλλά δεν την πειράζει). Ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο, που συμπληρώνει τον χαρακτήρα της, είναι η πολύ «λεπτή» αίσθηση της ποιότητας. Για παράδειγμα απολαμβάνει τις διαφορετικές γεύσεις που δίνει η απόσταξη από το βράσιμο ποικίλλων, άγνωστων ή μη, λουλουδιών ή νιώθει τρομερή ευχαρίστηση με την παρουσία ενός συγκεκριμένου δέντρου σε ένα συγκεκριμένο τοπίο και άλλες τέτοιες μικρές λεπτομέρειες. Ακόμα αναρωτιόμαστε, αν αυτό ήταν προσωπικό στοιχείο της Dido, προερχόμενο από την καλλιτεχνική της φύση (σχεδίαζε και έφτιαχνε ρούχα και κοσμήματα) ή αποτελεί ένα πιο γενικό χαρακτηριστικό των Κινέζων. Πάντως αρκετά βράδια μας στο νησί τα ξοδέψαμε στο by the river, ένα πολύ όμορφο μπαράκι, ακούγοντας live τη μουσική του Βασίλη και του Brette, μπουζούκι και κρουστά αντίστοιχα και πίνοντας πολλές μπύρες chang. Τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα (κάθε Πέμπτη αν θυμόμαστε σωστά), διεξαγόταν χορτοφαγική βραδιά, με ζωντανή μουσική. Ο Κώστας, εντυπωσιάζοντας άλλη μια φορά με τις μαγειρικές του ικανότητες, ανέλαβε και έφερε εις πέρας(πάντα με την πολύτιμη, συνεργασία της Μέι Λί) τη μαγειρική για όλα τα events, για όσο καιρό ήμασταν εκεί. Γενικά, εξαιτίας της κουζίνας και του ψυγείου, που διέθετε το σπίτι μας, αφιερωθήκαμε πλήρως στις απολαύσεις της κατ’ ιδίαν, μαγειρικής. Φάγαμε ξανά όλων των ειδών τα κρέατα σαν γνήσιοι κρεατοφάγοι Έλληνες, καθώς και πολλά θαλασσινά και φυσικά πολύ ψάρι, όλα μαγειρεμένα από τα χεράκια μας.
Ο Βασίλης στη μέση, δεξιά του ο Θανάσης(Ταμπάκης),στη συνέχεια η Dido, ενώ από αριστερά, μόλις που διακρίνεται το κεφάλι του Brette
Ο Brette λοιπόν, είναι Καναδός με καταγωγή από το Αγγλόφωνο τμήμα του Καναδά και καθηγητής στο επάγγελμα. Πολλά στοιχεία απαρτίζουν τον χαρακτήρα του, αλλά όλα έχουν έναν κοινό γνώμονα, το μυστήριο. Ερωτευμένος και αυτός με τη μουσική, φιλικός και ομιλητικότατος,(μερικές φορές πάρα πολύ), με μεγάλο ιστορικό καταχρήσεων, που, από την πρώτη στιγμή, που τον γνώριζες, ένιωθες, ότι του λείπει ή ότι ψάχνει κάτι. Πολλά υποθέσαμε, αλλά ποτέ δεν ξεκαθαρίσαμε τι ήταν ακριβώς, αυτό που βλέπαμε. Παρόλα αυτά κάναμε αρκετή και καλή παρέα, πάντα με ασταμάτητη ομιλία από μέρους του(είναι πραγματικά αξιοθαύμαστος). Υπάρχει μία φήμη-θρύλος για το Κοπανγιάν, που θέλει τον κάθε τουρίστα, που μένει για πολύ καιρό στο νησί, να χαζεύει λιγάκι, να τρελαίνεται. Εξαιτίας όλων αυτών των parties ηλεκτρονικής μουσικής, τα ψυχοτρόπα ναρκωτικά όλων των ειδών, χημικά ή μη, αφθονούν και διακινούνται σχεδόν ελεύθερα. Η διαρκής και συστηματικά επαναλαμβανόμενη χρήση τους, μιας και τα parties επίσης βρίσκονται σε αφθονία, σίγουρα μπορεί να επιφέρει ψυχικές διαταραχές, καμία φορά ανεπανόρθωτες. Έτσι λοιπόν, μπορεί κάποιοι να έχουν τρελαθεί, όμως σίγουρα δεν φταίει το Κοπανγκάν, αλλά η δική τους έλλειψη σε εγκεφαλικά κύτταρα, την οποία φροντίζουν, να μεγαλώνει κάθε μέρα και με κάθε δυνατό τρόπο. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Διόνυσου, ενός αλλόκοτου και επικίνδυνου πραγματικά όντος με ανθρώπινο περίβλημα. Ένα ηλιόλουστο απόγευμα λοιπόν, ενώ βρισκόμαστε ξαπλωμένοι σε ένα πολύ όμορφο μπαράκι, που ανακαλύψαμε τυχαία, και απολαμβάνουμε τις δεύτερες πινακολάδες μας (γενικά οι Ταϋλανδοί ειδικεύονται στην κατασκευή πολλών cocktails με άθλια πολλές φορές ονόματα, όπως sex on the beach ή wet pussy..!?!), μιλώντας δυνατά στα ελληνικά, μιας και είχαμε δεδομένη τη σιγουριά ότι δεν μας καταλαβαίνεις κανείς, καταφθάνει ένας τύπος, ο Διόνυσος. Στην αρχή με τα εισαγωγικά ποσό καιρό είσαι, από πού, τι κάνεις και που πας, δείχνει φυσιολογικός, ωστόσο είχε αρχίσει ήδη να μας κάνει εντύπωση η εμμονή του, να τονίζει, ότι είναι από την Σπάρτη. Σιγά σιγά όμως αρχίζει να ξεδιπλώνεται το δράμα. Ο τύπος μας εξηγεί ότι είναι αληθινός Σπαρτιάτης με πολύ εμπειρία στο ξύλο και χούλιγκαν γηπέδου,( και ήμασταν τόσο ωραία..) ότι είναι ο αυθεντικός Διόνυσος και ουαί και αλίμονο στους εχθρούς ή σε αυτούς, που θα βρεθούν στο δρόμο του. Ότι όλοι οι Ταυλανδοί, Ινδοί, Έλληνες και Σπαρτιάτες πρέπει να τον προσκυνούν, γιατί είναι ανώτερός τους και μπορεί, να τους σκοτώσει ακόμα και από τα όνειρα του, όταν κοιμάται. Χαρακτηριστικά μας είπε «Εγώ είμαι Βραχμάνος,… μα τι λέω,(έλα ντε!) είμαι ανώτερος από Βραχμάνο, εγώ είμαι ανώτερος από οποιονδήποτε! Μόνο ο γκουρού μου είναι ανώτερος μου … αλλά και αυτός ακόμα, δεν είμαι σίγουρος, αν πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο»!!!! Τα λόγια περιττεύουν ή μάλλον δεν υπάρχουν, για αυτό βρήκαμε μια άθλια δικαιολογία τύπου «ξέχασα το φαϊ στο φούρνο» και φύγαμε, τρέχοντας κακήν κακώς. Τελευταίο, μα σίγουρα όχι υποδεέστερο των προηγουμένων, υπήρξε το θέμα των παραλιών. Μια φωτογραφική ματιά στις πολλές παραλίες, που διαθέτει το νησί, φέρνει αμέσως στο μυαλό όλα αυτά τα καρτ ποστάλ με τις παραμυθένιες πράσινες ακρογιαλιές, περικυκλωμένες από ένα ονειρικό τοπίο, γεμάτο πράσινο χρώμα και φοίνικες φορτωμένους με ώριμες ή μη, καρύδες. Όσον αφορά την ίδια τη θάλασσα τώρα, είναι πολύ πιο «ζωντανή»(πολλά, μα πάρα πολλά ψάρια, κοράλια), πράγμα που σου επιτρέπει να κάνεις αρκετά καλό snorkeling(παρακολούθηση με μάσκα ,το τι γίνεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας). Τελικα όμως δεν μας εντυπωσίασαν, παρόλο που πάντα στο τοπίο υπήρχαν φοίνικες και πολύ άμμος, αφού ο συνεχώς συννεφιασμένος καιρός δεν μας άφησε να τις απολαύσουμε, τουλάχιστον όσο θα θέλαμε. Επιπλέον, αν θες να δεις τις ηλιόλουστες τροπικές παραλίες της διαφήμισης ή της ταινίας «Παραλία», πρέπει να πας σε πιο τουριστικά και ιδιαίτερα ακριβά νησιά. Το Κόπανγκαν όμως έχει πιο ωραία και χαλαρή ατμόσφαιρα – εκτός της περιοχής των πάρτυ – και όπως χαρακτηριστικά είπε κάποιος είναι το νησί της αιώρας, για αυτό και εμείς τιμήσαμε δεόντως την δική μας για έναν ολόκληρο μήνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου